Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οἴομαι

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: οἴομαι Medium diacritics: οἴομαι Low diacritics: οίομαι Capitals: ΟΙΟΜΑΙ
Transliteration A: oíomai Transliteration B: oiomai Transliteration C: oiomai Beta Code: oi)/omai

English (LSJ)

in Hom. always uncontr. ὀΐομαι (exc.

   A οἴομαι Od.10.193, οἴοιτο 17.580, 22.12), v. infr. :—the shortd. form οἶμαι is the one chiefly used in Trag., οἴομαι only in A.Ch.758, S.OC28 ; but οἴομαι is freq. in Ar. (Eq.407, al.) ; Hdt. does not use either form ; in Att. Prose codd. vary, but οἶμαι prevails, and was exclusively used in parenthesis (v. infr. IV) : impf. ᾠόμην A.Pr.270, Ar.V.791, etc. ; also 1 pers. ᾤμην Id.Fr.636, etc. : fut. οἰήσομαι Lys.30.8, Pl.R.397a, etc., later οἰηθήσομαι Gal.Opt.Doctr.42 :—Ep. aor. ὠϊσάμην (v. infr.) : aor. ὠΐσθην Od.4.453, 16.475 ; part. ὀϊσθείς Il.9.453 ; Att. and Ion. aor. ᾠήθην Hp.VM14, Antipho 1.8, Th.4.130, Pl.Tht.178c, etc. ; but rare in Com. and Trag., οἰηθῇς Ar.Eq.860, οἰηθείς, -εῖσα, Antiph.194.2, E. IA986 ; also aor. inf. οἰήσασθαι Arat.896 :—Act., Ep. pres. ὀΐω and οἴω, but only in 1sg. (v. infr.) ; Lacon. οἰῶ Ar.Lys.81, 156, 998, Epil. 3. [In the uncontr. forms, Hom. uses ῑ in ὀΐομαι Il.5.644, ὀΐεαι 1.561, Od.10.380, ὀΐεται 17.586, ὀϊόμεθ' 21.322,22.165, ὀϊόμενος Il.15.728, Od. 2.351, al. (οἰόμενος Call.Epigr.8.2), ὠΐετο Od.10.248, ὀΐσατο 1.323,9.213,19.390, ὀϊσάμενος 15.443 (but the v.l. ὀϊσσατο, ὀϊσσάμενος in Hom. can be supported by ὀϊσσάμενος A.R.2.1135, cf. Epic.Alex.Adesp.2.41, Arat.1006, by ὑποίζεσθαι (: ὑπονοεῖν) Hsch., and by ὠῐσάμην A.R. 1.291, ὠΐσατο [ῐ] Mosch.2.8, etc.) ; Act. pres. ὀΐω has ῑ when it stands at the end of a line, also in Od.19.215 (in fourth foot), 18.259 (before caesura in third foot) ; but ῐ in Il.1.558, 13.153,23.467, etc. ; οἴω as disyll. is always at the end, exc. in 15.298, 21.533, 23.310.] :—forebode, presage, c. acc., κῆρας ὀϊομένῳ Il.13.283 ; γόον δ' ὠΐετο θυμός Od. 10.248 ; expect, ἐελδομένοισι μάλ' ἡμῖν, οὐδ' ἔτ' ὀϊομένοισι 24.401 ; suspect, ἤ τι ὀϊσάμενος, ἢ καὶ θεὸς ὣς ἐκέλευσεν 9.339 ; ἦ τινά που δόλον ἄλλον ὀΐεαι 10.380 ; fear, κατὰ θυμὸν ὀΐσατο, μή ἑ λαβοῦσα οὐλὴν ἀμφράσσαιτο 19.390 ; τῷ ἑπόμην... ὀϊόμενός περ, ἀνάγκῃ 14.298 : abs., αἰεὶ μὲν ὀΐεαι, οὐδέ σε λήθω thou art ever suspecting, Il.1.561 ; πατὴρ δ' ἐμὸς αὐτίκ' ὀϊσθεὶς πολλὰ κατηρᾶτο 9.453, cf. Od.15.443 : folld. by ὡς, καὐτὸς ὀΐεαι ὥς κεν ἐτύχθη you can guess how it would have happened, 3.255, cf. 17.586 : c. acc. et fut. inf., ὀΐομαι ἄνδρα χολωσέμεν Il.1.78 ; ἅ τιν' οὐ πείσεσθαι ὀΐω ib.289, cf. 5.252,284, al. ; τὸ καὶ τελέεσθαι ὀΐω 1.204 ; ἀλλ' οὐ νῦν ἐρύεσθαι ὀΐομαι 20.195 : c. acc. et pres. inf., referring to present time, οὐδέ τι θυμῷ ὠΐσθη δόλον εἶναι Od.4.453, cf. 10.232 ; ὀΐσατο γὰρ θεὸν εἶναι 1.323 ; τῶ δ' ὀΐω κείνης τάδε πάσχειν ἐννεσίῃσιν Il.5.894 : c. acc. et aor. inf., referring to past time, τῇ δ' ὀΐω κατανεῦσαι 1.558, cf. Od.3.27, al. : the subj. of the inf. must freq. be supplied from the context, διωκέμεναι γὰρ ὀΐω I fear [they] are pursuing me, 15.278, cf. 1.201, 12.212, Il.12.66,al. : c. inf. alone, when both Verbs have the same subject, as κιχήσεσθαι δέ δ' ὀΐω I think I shall catch you, 6.341 ; mean, intend, c. fut. inf., οὐ γὰρ ἔγωγ' ἔτι σοὶ πείσεσθαι ὀΐω 1.296, cf. 170, Od.19.215 : c. pres. inf., οὐ γὰρ ὀΐω ἀνδρῶν δυσμενέων ἑκὰς ἱστάμενος πολεμίζειν Il.13.262.    II impersonal, only Od.19.312, ἀλλά μοι ὧδ' ἀνὰ θυμὸν ὀΐεται there comes a boding into my heart.    III think, suppose, believe, freq. in Hom., as Il.1.59,5.644, etc. ; οἶμαι βοὴν ἄμικτον ἐν πόλει πρέπειν A. Ag.321 ; οἶμαι γάρ νιν ἱκετεύσειν (ἱκετεῦσαι codd.) E.IA462 ; κτήσεσθαι (-σασθαι codd.) Lys.12.19 ; διαπράξεσθαι (-ξασθαι codd.) Id.13.53 ; ἤδη γὰρ αὐτοὺς οἴομαι δεδειπνάναι Ar.Fr.464 ; opp. εἰδέναι, Pl.R. 506c4 ; οἴονται, ἴσασι δ' οὐδέν Arist.Rh.1389b17, cf.APo.75a15 : folld. by ὅτι…, Plu.2.90b :—Pass., μάρτυρας δύο παρεχέτω ὀμνύντας οἰόμενον that he is the putative father, Schwyzer784a (Tenos, iv B. C.).    IV parenthetically, mostly in first person, ἐν πρώτοισιν, ὀΐω, κείσεται among the first, I ween, will he be lying, Il.8.536 ; ἔπειτά γ', ὀΐω, γνώσεαι Od.16.309, cf. Il.13.153, Od.2.255, etc. : in Hom. only in act. form ὀΐω, exc. ὀΐομαι Od.22.140, and perh. 14.363, cf. A.Ch. 758 ; in Att. this parenthetic use is prob. confined to the shorter form οἶμαι, impf. ᾤμην ; rarely in other persons than the first, as οὐκ οἴει ἀναγκασθήσεται; Pl.R.486c, cf. Tht.147b ; πόσης οἴεσθε γέμει σωφροσύνης; Id.Smp.216d.    2 expressive of modesty or courtesy, to avoid over-great bluntness of assertion, Id.Grg.483c, X.Cyr.1.3.11, etc. : even between a Prep. and its case, ἐξ οἶμαι τῆς ἀκροτάτης ἐλευθερίας Pl.R.564a ; ἐν οἶμαι πολλοῖς D.20.3 ; or between Art. and Subst., οἱ γὰρ οἶμαι βέλτιστοι Id.54.38.    V answering a question, I think so, I should think so, Ar.Ach.919, etc. ; νὴ τὸν Ἡρακλέα, οἶμαί γε Id.Th.27 ; οἶμαι ἔγωγε Pl.Cri.47d, etc. ; οἴεσθαί γε χρή one must think so, it would seem so, Id.Prt.325c, Cri.53d, Phd.68b, Grg. 522a.    VI Att. phrases:    1 πῶς οἴει; you can't think how, to add force, like πῶς δοκεῖς ; πόθος τὴν καρδίαν ἐπάταξε πῶς οἴει σφόδρα Ar.Ra.54.    2 οἴομαι δεῖν I think it my duty, think fit, hence sts., intend, purpose, λέγειν οἴεται δεῖν ποιεῖν δεινούς his object is to train orators, Pl.Men.95c, cf. 86b, Tht.207e ; βδελυρὸς καὶ ὑβριστὴς ᾤετο δεῖν εἶναι D.21.143 ; τοὺς ἐχθροὺς ἀμυνόμενοι τεθνάναι δεῖν ᾤοντο Id.60.31, cf. Pl.Prt.316c, X.An.2.6.26, Mem.4.6.3,6 ; [ὁ ἀκόλαστος] οἰόμενος δεῖν [διώκει τὰ ἡδέα] intentionally, Arist.EN1152a6, cf. 1136b8, Pl.Hipparch.225b ; but οἴομαι δὲ δεῖν οὐδέν methinks there is no need, S.OC28 ; and in Pl.Alc.2.144d ἆρ' οὐκ ἀναγκαῖον… οἰηθῆναι δεῖν… ἡμᾶς εἰδέναι ἢ τῷ ὄντι εἰδέναι; must we not either think we know or really know? (δεῖν being superfluous).    3 οἴομαι without δεῖν I mean to, intend, οὐκ οἴει… δοῦναι δίκην ; Lys.12.26, cf. Pl.Criti.62d, Ly.200b, Ep.324b ; οὐ βαλεῖν (v.l. βάλλειν)… ᾠήθη Arist.EN1135b14, cf. 1172a7.

Greek (Liddell-Scott)

οἴομαι: παρ’ Ὁμ. ἀείποτε διαλελυμένως ὀΐομαι (πλὴν τοῦ οἴεται Ὀδ. Κ. 193, οἴοιτο Ρ. 580, Χ. 12), ἴδε κατωτ.· τὸ Ἀττ. συνῃρ. οἶμαι εἶναικυρίως ἐν χρήσει παρὰ τοῖς Τραγ.: τύπος· οἴομαι ἀπαντᾷ μόνον ἐν Αἰσχύλ. Χο. 758, Σοφ. Ο. Κ. 28· ἀλλ’ ὁ τύπος οἴομαι εὕρηται καὶ παρὰ κωμικοῖς, ἴδε Meineke Ind. Comic.· ὁ Ἡρόδ. οὐδέτερον τῶν τύπων τούτων μεταχειρίζεται· παρὰ τοῖς Ἀττ. πεζογράφοις τὰ Ἀντίγραφα ποικίλλουσιν, ἀλλ’ ἐπικρατεῖ ὁ τύπος οἶμαι καὶ παρενθετικῶς αὐτὸς μόνος ἦν ἐν χρήσει (ἴδε κατωτ. VI): ― παρατ. ᾠόμην Τραγ., Ἀριστοφ., Ἀττ. συνηρ. ἐν τῷ α΄ προσώπ. ᾤμην Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 539, κτλ.: ― μέλλ. οἰήσομαι Λυσ. 184. 1, Πλάτ., κλ.· μεταγεν. οἰηθήσομαι, Γαλην.: Ἐπικ. ἀόρ. ὠισάμην (ἴδε κατωτ., περὶ τῆς προσῳδίας)· ὡσαύτως ἀόρ. ὠίσθην Ὀδ. Δ. 453, Π. 475, μετοχ. ὀϊσθείς, Ἰλ. Ι. 453· Ἀττ. ἀόρ. ᾠήθην Θουκ., Πλάτ., κλ., ἀλλὰ σπάν. παρὰ ποιηταῖς, οἰηθῇς Ἀριστοφ. Ἱππ. 860, οἰηθείς, -εῖσα Ἀντιφάν. ἐν «Προβλήματι» 1. 2, Εὐρ. Ι. Α. 986· ὡσαύτως καὶ ἀπαρ. ἀορ. οἰήσασθαι, Ἀρατ. 896. ― Ἐνεργ. ἐνεστ. οἴω, Ἐπικ. ὀΐω, εἶναι εὔχρηστος ἀλλὰ μόνον ἐν τῷ α΄ ἑν. προσ., ἴδε κατωτ.: Λακων. οἰῶ, Ἀριστοφ. Λυσ. 81, 156, 998, Ἐπίλυκος ἐν «Κωραλίσκῳ» 2· ― ἀποθ. [Προσῳδία: ― ἐν τῇ διαλελυμένῃ διφθόγγῳ ὁ Ὅμηρ. ἔχει ῑ ἐν ἅπασι τοῖς χρόνοις, ὀΐομαι Ἰλ. Ε. 644, ὀΐεαι Α. 561, Ὀδ. Κ. 380, ὀΐεται Ρ. 586, ὀϊόμεθ’ Φ 322., Χ. 165· ὀϊόμενος Ἰλ. Ο. 728, Ὀδ., (οἰόμενος Καλλ. Ἐπιγράμμ. 7), ὠίετο Ὀδ. Κ. 248· ὀΐσατο Α. 323, Ι. 213, κτλ.· ὀϊσάμενος Ο. 442 (ὠίσατο Μόσχ. 2. 8, Ἀπολλ. Ρόδ. κλ.)· ὥστε ὀΐσσατο, ὀϊσσάμενος εἶναι ἡμαρτημ. τύποι· οὕτω καὶ ἐν τῷ ἐνεργ. ἐνεστ. ὀΐω, ἐν τέλει στίχου· ἀλλ’ εἶναι βραχὺ τό ι ἂν τὸ ὀΐω ὑπάρχῃ ἐν τῷ α΄ ποδί, Ἰλ. Ν. 153, κτλ.· ἐν τῷ β΄, Α. 558, κτλ.· ἐν τῷ γ΄, Ψ. 467, κτλ.· ἢ ἐν τῷ δ΄, Ὀδ. Τ. 215· τὸ δὲ μόνον χωρίον ἔνθα τὸ ὀίω ἔχει τὸ ῑ χωρὶς νὰ εἶναι ἐν τέλει στίχου εἶναι τὸ Σ. 259, ὦ γύναι, οὐ γὰρ ὀΐω ἐϋκνήμιδας Ἀχαιούς· οἴω ὡς δισύλλαβον εὕρηται πάντοτε ἐν τέλ. στίχου, πλὴν ἐν Ἰλ. Ο. 298., Φ. 533., Τ. 310]. Ῥιζικὴ σημασία: Νομίζω, ὑποθέτω, ἀείποτε ἐπὶ πράγματος ἀμφιβόλου ἔτι ἀναφερομένου εἰς τὸ μέλλον, 1) προσδοκῶ τι νὰ συμβῇ, δηλ. ἐλπίζω ἀγαθόν τι ἢ φοβοῦμαι περὶ κακοῦ. 2) ὁπόταν τὸ γεγονὸς ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὑποκειμένου, διανοοῦμαι σκοπεύωθέλω. 3) ἐκφράζει πλήρη πεποίθησιν ἢ εἰρωνικῶς ἢ μετριοφρόνως, πιστεύω, μοὶ φαίνεται..., ὥσπερ οὐκ οἴομαι Θουκ. 6. 40. 4) ἐπὶ γνώμης ἢ κρίσεως, νομίζω, στοχάζομαι, κρίνω, φαντάζομαι, μετὰ παραλλήλου ἐννοίας (μάλιστα παρ’ Ἀττ.) ἐσφαλμένης κρίσεως ἢ οἰήσεως. Ἕπονται τὰ παραδείγματα. Συντάσσεται: Ι. συνηθέστατα, μάλιστα παρ’ Ὁμήρῳ, μετ’ αἰτιατικῆς καὶ ἀπαρεμφάτου, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μετ’ ἀπαρ. μέλλ.: ἀλλὰ καὶ μετ’ ἀπαρ. ἐνεστ., ἤτοι ἐν μελλοντικῇ σημασίᾳ, ὡς ἐν Ἰλ. Α. 204, Ε. 894, κτλ.· ἢ ἐν τῇ τοῦ ἐνεστῶτος αὐτοῦ, ὡς ἐν Ὀδ. Α. 323, Κ. 232· καὶ μετ’ ἀπαρ. ἀορ., Ἰλ. Α. 558, Ὀδ. Γ. 27, κτλ.· ― παρ’ Ἀττ. ὁ Θωμ. Μάγιστρ. ἀπαιτεῖ ἁπανταχοῦ τὸ ἀπαρέμφ. μέλλ.· ἀλλ’ ἱκανὰ παραδείγματα δεικνύουσιν ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἣν ἐκφράζει τὸ οἴομαι ἀναφέρεται οὐ μόνον εἰς τὸ μέλλον ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ παρελθόν, π. χ. λατρεύειν, πρέπειν ἀπαντῶσιν ἐν Αἰσχύλ. Πρ. 958, Ἀγ. 321· ὁ ἀόρ. ἱκετεῦσαι ἐν Εὐρ. Ι. Α. 462· κτήσασθαι, διαπράξασθαι, ἐν Λυσ. 121. 41., 134. 36: πρκμ. δεδειπνάναι ἐν Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 78, κτλ.· ἴδε κατωτ. ΙΙ. 2, V. 2. ΙΙ. μετὰ μόνου ἀπαρ., ὅταν ἀμφότερα τὰ ῥήματα ἔχωσι τὸ αὐτὸ ὑποκείμ., ὡς, κιχήσεσθαί σε ὀΐω, νομίζω ὅτι θά…, Ἰλ. Ζ. 341· οὐ γὰρ ὀΐω... πολεμίζειν, δὲν νομίζω ὅτι θὰ πολεμήσω, δὲν πιστεύω νά..., Ν. 262· ἐν πρώτοισιν ὀΐω ἔμμεναι, ἐλπίζω ὅτι θὰ εἶμαι, Ὀδ. Θ. 180. πρβλ. Ἰλ. Α. 296, κτλ.· οὕτως, οἶμαι λέγειν, θὰ ἔλεγα, Πλάτ. Ἀλκ· 1. 126Ε· ― σπανίως ἑπομένου τοῦ ὅτι..., Πλούτ. 2. 90Β. 2) ἐνίοτε τὸ ὑποκείμενον τοῦ ἀπαρεμφ. ἐννοεῖται ἐκ τῶν συμφραζομένων (ὡς ἐν Ι), τρώσεσθαι ὀΐω, φοβοῦμαι ὅτι πολλοὶ θὰ πληγωθῶσι (μεταξὺ αὐτῶν) περιλαμβανομένου καὶ τοῦ λαλοῦντος, Ἰλ. Μ. 66, πρβλ. Ὀδ. Μ. 212· ἀλλά με νηὸς ἔφεσσαι… μή με κατακτείνωσι, διωκέμεναι γὰρ ὀΐω, διότι φοβοῦμαι ὅτι μὲ καταδιώκουσιν, Ὀδ. Ο. 278, πρβλ. Α. 201. ΙΙΙ. ἀπολ., αἰεὶ ὀΐεαι, πάντοτε νομίζεις, ὑποπτεύεις..., Ἰλ. Α. 561· οὕτως ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐννοίας, νομίζω, πιστεύω, περιμένω, Ὀδ. Ω. 401· ― ὁ Ὅμ. μεταχειρίζεται συχνάκις τὸν μέσον ἀόρ. ἐπὶ ταύτης τῆς ἐννοίας, θυμὸς ὀΐσατό μοι, ἡ καρδία μου τὸ προεμάντευσεν, Ι. 213 ὀΐσατο κατὰ θυμόν, προέβλεπεν, εἶχε προαίσθημα ἐν τῇ ψυχῇ του, Τ. 390, πρβλ. Ι. 339, Ξ. 298· οὕτως, οἰηθείς, Λατ. spe elatus, Meineke Κωμικ. Ἀποσπ. 3. 109· ― παρ’ Ἀριστ., οἴεσθαι συχνάκις ἀντιτίθεται πρὸς τὸ εἰδέναι, οἷον, οἴονται, ἴσασι δ’ οὐδὲν Ρητ. 2. 13, 1, πρβλ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 1. 9, 5. IV. ἀπροσώπως μόνον Ὀδ. Τ. 312, ὀΐεταί μοι ἀνὰ θυμόν, ἔρχεται προαίσθησίς τις εἰς τὴν ψυχήν μου. V. μεταβατ., προσδοκῶ, περιμένω, Κῆρας Ἰλ. Ν. 283· κεῖνον ὀϊομένη τὸν κάμμορον, περιμένουσα αὐτόν, προσδοκῶσα τὴν ἐπιστροφήν του, Ὀδ. Β. 351· γόον δ’ ὠίετο θυμός, ἡ καρδία του ἦτο παραδεδομένη εἰς ἰσχυρὰν θλῖψιν, Κ. 248· ὡσαύτως, ἄλλος [[[τρόπος]]], ὃν ἐγὼ οἶμαι, ὃν προτιμῶ, Πλάτ. Γοργ. 472C. 2) ἀλλ’ ὅμως πολλάκις ἀπαρέμφατόν τι δέον νὰ νοηθῇ ἐκ τῶν συμφραζομένων (ὡς ἐν περιπτ. Ι), ἀλλὰ τὰ γ’ οὐ κατὰ κόσμον, ὀΐομαι (δηλ. γεγονέναι) Ὀδ. Ξ. 363· ὃν οἰόμεθ’ αὐτοὶ (ἐξυπακ. ἔρχεσθαι) Χ. 165· οὕτω, τί οἴεσθε τἆλλα (ἐξυπ. εἶναι), τὶ νομίζετε περί...; Δημ. 467, 18· τί οἴεσθε, ὁπότε…; ὁ αὐτ. 609. 12. VI. ἐν χρήσει παρενθετικῶς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ πρῶτον πρόσ., ἐν πρώτοισιν, ὀΐω, κείσεται, μεταξὺ τῶν πρώτων, στοχάζομαι, θὰ εὑρίσκηται κείμενος, Ἰλ. Θ. 536· ἔπειτά γ’, ὀΐω, γνώσεαι Ὀδ. Π. 309· οὕτως, Ἰλ. Ν. 153, Ὀδ. Β. 255, κτλ.· παρ’ Ὁμ. μόνον ἐν τῷ ἐνεργ. τύπῳ ὀΐω, πλὴν ἐν Ὀδ. Χ. 140· πρβλ. Αἰσχύλ. Χο. 758. Παρ’ Ἀττ. ἡ παρενθετικὴ αὕτη χρῆσις πιθανῶς περιορίζεται εἰς τὸν συνῃρ. τύπον οἶμαι: παρατατ. ᾤμην, μοὶ φαίνεται, νομίζω, στοχάζομαι, πιστεύω, ἄνευ γραμματικῆς τινος σχέσεως μετ’ ἄλλου μέρους τῆς προτάσεως· ― σπανίως κατ’ ἄλλο πρόσωπον ἢ τὸ αϳ, οἶον, οἴει. Πλάτ. Πολ. 486C· οἴεσθε ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 216D. 2) παρ’ Ἀττ. διπλῆν χρῆσιν δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν: α) χάριν μετριότητος ἢ ἁβροφροσύνης πρὸς ἀποφυγὴν ὑπερβολικῆς τραχύτητος ἐν τῇ βεβαιώσει ἀληθείας τινὸς ἢ γνώμης, Πλάτ. Γοργ. 483C, Ξεν. Κύρ. 1. 3, 11, κτλ.· ἔτι καὶ μεταξὺ προθέσεως καὶ τοῦ πτωτικοῦ αὐτῆς, ἐξ οἶμαι τῆς ἀκροτάτης ἐλευθερίας δουλεία πλείστη καὶ ἀγριωτάτη Πλάτ. Πολ. 564Α· ἐν οἶμαι πολλοῖς Δημ. 458. 7· ὡσαύτως εἰρωνικῶς, Αἰσχύλ. Πρ. 968, Πλάτ. Πολ. 336Ε, κτλ. β) ὅταν χρησιμεύῃ ὡς ἀπόκρισις εἰς ἐρώτησιν, ἥτις ἐκφράζει θετικὴν βεβαιότητα, «τὸ πιστεύω», «βέβαια», «ἐννοεῖται», Ἀριστοφ. Ἀχ. 919, κτλ.· νὴ τὸν Ἡρακλῆ, οἶμαί γε ὁ αὐτ. ἐν Θεσμ. 27· οὕτω παρὰ Πλάτ., οἶμαι ἔγωγε, μάλιστα, τὸ πιστεύω· μάλιστα, ἐννοεῖται, Κρίτων 47D, κ. ἀλλ.· οὕτως, οἴεσθαί γε χρή, πρέπει τις νὰ νομίζῃ οὕτως, ἀνάγκη οὕτως ἔχειν, Πρωτ. 325C· ἀλλὰ τοῦτο κεῖται μάλιστα ὅπου ὁ ἐρωτῶν προλαμβάνει τὴν παρὰ τοῦ ἐρωτωμένου καταφατικὴν ἀπάντησιν, Κρίτων 53D, 54B, Φαίδων 68Β· ὡσαύτως μετά τινος τροποποιήσεως, ἴσως οἴεσθαί γε χρὴ Γοργ. 522Α. ― Ὁ κανὼν τοῦ Θωμ. Μαγίστρ. 645, ὅτι τὸν τύπον οἶμαι μεταχειρίζονται οἱ ἀκριβολογοῦντες Ἀττ. συγγραφεῖς μόνον ἐν περιπτώσει βεβαιότητος, τὸν δὲ τύπον οἴομαι μόνον ἐν περιπτώσει ἀβεβαιότητος εἶναι ψευδής, καθ’ ὅσον τὸ οἶμαι κεῖται ἐπὶ τῆς δευτέρας σημασίας παρ’ Αἰσχύλ. ἐν Ἀγ. 321, Σοφ. Ο. Κ. 498, κτλ., καὶ παρὰ πεζογράφοις, οἷον Ἀντιφῶντι 136. 8, Θουκ. 1. 10, Πλάτ. Πολ. 400Β, κτλ. VII. ἰδιαίτεραι Ἀττ. φράσεις: 1) ὡς παρενθετικὴ ἐρώτησις, πῶς οἴει; πῶς οἴεσθε; πῶς νομίζεις; πρὸς ἐπίτασιν, ὡς τὸ πῶς δοκεῖς; ὡσαύτως καὶ μόνον οἴει; δὲν ἔχει οὕτως; Heind. εἰς Πλάτ. Θεαίτ. 147Β. 2) οἴομαι δεῖν, θεωρῶ ἀναγκαῖον, νομίζω καθῆκόν μου, θεωρῶ κατάλληλον, ἁρμόζον…, ὡς τὸ Γαλλ. je crois devoir, λέγειν οἴεται δεῖν ποιεῖν δεινοὺς Πλάτ. Μένων 95C· οἴεται δεῖν εἰδέναι ὁ αὐτ. ἐν Ἀλκ. 2. 144D βδελυρὸς καὶ ὑβριστὴς ᾤετο δεῖν εἶναι Δημ. 561. 7· ἀπολ., οἴομαι δὲ δεῖν οὐδὲν Σοφ. Ο. Κ. 28· σπανίως κατ’ ἀντίστροφον τάξιν, τεθνάναι δεῖν ᾤοντο Δημ. 1399. 6· δεῖν ᾤετο κολάζεσθαι Πλουτ. Ρωμ. 23, κτλ. ― ὡσαύτως οὐκ οἴεται, ἀντὶ οὐκ οἴεται δεῖν, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 7. 2, 2, κτλ. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 474.

French (Bailly abrégé)

impf. ᾠόμην, ou (mieux) ᾤμην, f. οἰήσομαι, ao. ᾠήθην, réc. ᾠησάμην;
épq. οἴω et ὀΐω, seules formes us. à l’Act. et seul. en poésie;
penser :
I. penser, présumer ; avoir le pressentiment de, prévoir : τῶνδε μνήσεσθαι ὀΐω OD je suppose ou j’ai la confiance que vous vous en souviendrez ; ὀΐσατο κατὰ θυμόν OD il pressentit dans son cœur ; οἴ. Κῆρας IL penser à, càd craindre la mort ; γόον δ’ ὠΐετο θυμός OD son cœur ne pensait qu’à gémir ; particul.
1 en b. part espérer : κιχήσεσθαί σε ὀΐω IL je pense ou j’espère t’atteindre, ou simpl. désirer avec ardeur;
2 en mauv. part craindre : τρώσεσθαι ὀΐω IL je crains que (plus d’un) ne soit blessé ; διωκεμέναι γὰρ ὀΐω OD car je crains qu’ils ne (me) poursuivent ; ou simpl. soupçonner ; αἰεὶ ὀΐεαι IL tu as toujours des soupçons;
3 songer à, projeter de : οὐ γὰρ ὀΐω πολεμίζειν IL car je n’ai pas l’intention de combattre;
II. penser, croire, estimer, avoir une opinion, particul.
1 être d’avis que : οἱ δ’ ἄλλοι ᾤοντο ἀπιέναι XÉN les autres étaient d’avis de s’éloigner ; πῶς οἴει ; ATT, πῶς οἴεσθε ATT comment peux-tu croire ? comment pouvez-vous penser ?;
2 s’imaginer, supposer : ἐν πρώτοισιν ὀΐω ἔμμεναι OD je crois que j’étais parmi les premiers ; ἐν πρώτοισιν, ὀΐω, κείσεται IL c’est parmi les premiers, je pense, qu’il sera couché ; ἐγώ σε ἄσμενος ἑόρακα, οἶμαι δὲ καὶ οἱ ἄλλοι πάντες XÉN pour moi, je t’ai vu avec plaisir, et tous les autres, je pense, aussi ; ὡς ἐγᾦμαι ATT comme je pense ; au sens du franç. « si je me souviens bien » ; en réponse à une question négative, au sens de « mais je suppose ! », « sans aucun doute », « cela va de soi »;
3 joint à δεῖν ou δεῖ : οἴομαι δεῖν SOPH je regarde comme nécessaire, je me suis proposé, je veux.
Étymologie: DELG pê apparenté à οἰωνός.

English (Autenrieth)

see ὀίω.

English (Autenrieth)

opt. οἴοιτο, ipf. ὠίετο, aor. ὀίσατο, pass. aor. ὠίσθην, part. ὀισθείς: verb of subjective view or opinion, think, believe, fancy, regularly foll. by inf.; often iron. or in litotes, ὀίω, methinks, Od. 8.180, Il. 13.263; likewise parenthetically (opinor), Od. 16.309; sometimes to be paraphrased, ‘suspect,’ or when the reference is to the future, ‘expect’; implying apprehension, Od. 19.390 . γόον δ' ὠίετο θῦμός, wasbent on,’ or ‘engrossed withlamentation, Od. 10.248; once impers., like δοκεῖ, Od. 19.312.

English (Strong)

or (shorter) oimai middle voice apparently from οἷος; to make like (oneself), i.e. imagine (be of the opinion): suppose, think.

Greek Monolingual

οἴομαι, επικ. τ. ὀΐομαι, συνηρ. τ. οἶμαι και ενεργ. τ. οἴω, επικ. τ. ὀΐω, λακων. τ. οἰῶ (Α)
1. προαισθάνομαι, προμαντεύω, προβλέπωγόον δ' ὠΐετο θυμός», Ομ. Οδ.)
2. προσδοκώ, περιμένω να συμβεί κάτι
3. υποπτεύομαι, υποψιάζομαι
(«ἦ τινά που δόλον ἄλλον ὀΐεσαι», Ομ. Οδ.)
4. φοβάμαι μήπως συμβεί κάποιο κακό
5. (για αβέβαιο και αμφβλ. πράγμα) νομίζω, θεωρώ, υποθέτω, φαντάζομαιοἶμαι βοὴν ἄμικτον ἐν πόλει πρέπειν», Αισχύλ.)
6. υπολογίζω, συμπεραίνω ύστερα από υπολογισμό («ἤδη γὰρ αὐτοὺς οἴομαι δεδειπνάναι», Αριστοφ.)
7. αντιλαμβάνομαι (πατὴρ δ' ἐμὸς αὐτίκ' ὀϊσθεὶς πολλὰ κατηρᾱτο», Ομ. Ιλ.)
8. (παρενθετικώς το ενεργ. στο α' πρόσ., αλλά και το μέσ. συν. στον συνηρ. τ.) μού φαίνεται, πιστεύω, θαρρώ (α. «ἀλλ' ἐν πρώτοισιν, ὀΐω, κείσεσθαι οὐτηθείς», Ομ. Ιλ.
β. «οὐ γάρ, οἶμαι, ὦ πάππε, Σάκας αὐτῷ οἰνοχοεῑ», Ξεν.)
9. πιστεύω, θεωρώ κάτι σωστό («ᾠήθην, εἰ θᾱττον ἐμαυτοῦ γενοίμην κύριος, ἐπὶ τὰ κοινὰ... ἰέναι», Πλάτ.)
10. (ως εμφαντική απάντηση σε ερώτηση) νομίζω ναι, έτσι νομίζω, έτσι πρέπει να νομίζει κανείς, εννοείται ότι αυτό θέλω να δηλώσω
11. ενεργ. α) διανοούμαι, έχω κατά νου, προτίθεμαι, σκοπεύω
β) ελπίζω
12. διαλογίζομαι, σκέπτομαι
13. απρόσ. ὀΐεται
σχηματίζεται εικασία, υπάρχει προαίσθησηἀλλά μοι ὧδ' ἀνὰ θυμὸν ὀΐεται», Ομ. Οδ.)
14. φρ. α) «πῶς οἴει;», «πῶς οἴεσθε;»
(για μεγαλύτερη επίταση τών λεγομένων) αδύνατο να φανταστείτε πόσο... («ἐξαίφνης πόθος τὴν καρδίαν ἐπάταξε πῶς οἴει σφόδρα», Αριστοφ.)
β) «οἴομαι δεῑν»
i) θεωρώ κάτι ως καθήκον μου, δηλ. είμαι αποφασισμένος, θέλω να κάνω κάτι
ii) θεωρώ ότι κάτι γίνεται εκ προθέσεως, εξεπίτηδες («[ὁ ἀκόλαστος] οἰόμενος δεῑν [διώκει τὰ ἡδέα]» — εκ προθέσεως επιδιώκει τα ευχάριστα, Αριστοτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Οι αρχαιότερες μορφές του ρήματος οἴσ(σ)ασθαι και ἀνώϊστος οδηγούν σε αμάρτυρο τ. ὀFίs-yομαι (> (F)ίομαι > (F)yομαι > οἴομαι). Επομένως, αρχικός τ. πρέπει να θεωρηθεί το ὀΐομαι / ὀἴω, από όπου με διφθογγισμό το οἴομαι / οἴω και με συγκοπή το αττ. οἶμαι (παρατ. ᾠόμην και ᾤμην). Η σύνδεση του ρήματος με το λατ. ōmen «φήμη, οιωνός» δεν θεωρείται πιθανή. Κατ' άλλη άποψη, το ρ. οἴομαι (< -ισ-yομαι) ανάγεται στη μηδενισμένη βαθμίδα της ρίζας eis-, που απαντά στο αρχ. ινδ. isyati «θέτω σε κίνηση» (πρβλ. οίμα) με πρόθημα ο-, ενώ κατ' άλλους ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα της ίδιας ρίζας. Η αναγωγή, παρ' όλα αυτά, του ρήματος σε ρίζα eis- «κινούμαι, ωθώ, παρακινώ» προσκρούει σε σοβαρές σημασιολογικές δυσχέρειες. Άλλη άποψη εξίσου αβέβαιη με τις προηγούμενες συνδέει το ρ. με τα αἰετός(βλ. λ. αετός), οἰωνός και με το λατ. avis «πουλί, πτηνό», ενώ κατ' άλλους το ρ. οἴω (< ω(F)ιyyω) συνδέεται με αρχ. ινδ. āvih «καθαρό, ευκρινές». Αλλοι, τέλος, ανάγουν το ρ. σε ρίζα ә3wis- με λαρυγγικό φθόγγο. Το ρ. οἴομαι αναφορικά προς τα άλλα δύο δοξαστικά ρήματα ἡγοῦμαι και νομίζω εκφράζει μία άποψη με μετριοπάθεια και επιφύλαξη περισσότερο ως προαίσθηση, υποψία, υπόθεση, προσδοκία παρά ως βεβαιότητα. Τα ρ. ἡγούμαι και νομίζω, αντίθετα, εκφράζουν με σιγουριά, κύρος και υπευθυνότητα μία κρίση δοκιμασμένη και αποδεκτή].

Greek Monotonic

οἴομαι: Επικ. επίσης ὀΐομαι, Αττ. συνήθως οἶμαι· παρατ. ᾠόμην, Αττ. ᾠόμην, Αττ. ᾤμην, μέλ. οἰήσομαι· Επικ. αόρ. αʹ ὠϊσάμην· επίσης στην Παθ., ὠϊσθην, μτχ. ὀϊσθείς, Αττ. ᾠήθην· Ενεργ. ενεστ. οἴω, Επικ. ὀΐω, αλλά μόνο στο αʹ ενικ. ενεστ. (στην αναλυμένη δίφθογγο, το σε όλους τους χρόνους είναι μακρό, ὀΐομαι, ὀΐεαι, ὀΐεται, ὀΐσατο κ.λπ.· ὀΐω
I. 1. υποθέτω, σκέφτομαι, κρίνω, νομίζω, πιστεύω, φαντάζομαι, προσδοκώ, φοβάμαι ότι, με αιτ. και απαρ., κατά κανόνα απαρ. μέλ., σε Όμηρ. κ.λπ.
2. με απαρ. μόνο, όταν τα δύο ρήματα έχουν το ίδιο υποκείμενο, όπως, κιχήσεσθαί σε ὀΐω, σκέφτομαι να συλλάβω, δηλ. νομίζω ότι θα..., σε Ομήρ. Ιλ.· οὐ γὰρ ὀΐω πολεμίζειν, δεν σκέφτομαι, δηλ. δεν σκοπεύω να πολεμήσω, στο ίδ.· ἐν πρώτοισιν ὀΐω ἔμμεναι, προσδοκώ να είμαι, σε Ομήρ. Οδ.
3. μερικές φορές, το υποκείμενο του απαρ. εννοείται από τα συμφραζόμενα, τρώσεσθαι ὀΐω, φοβάμαι (ότι πολλοί) θα πληγωθούν, σε Ομήρ. Ιλ.· διωκέμεναι γὰρ ὀΐω, φοβάμαι (ότι αυτοί) με καταδιώκουν, σε Ομήρ. Οδ.
4. απόλ. (αμτβ.), αἰεὶ ὀΐεαι, είσαι πάντοτε καχύποπτος, σε Ομήρ. Ιλ.· επίσης, νομίζω, πιστεύω, περιμένω, προοιωνίζομαι, μαντεύω, θυμὸς ὀΐσατό μοι, το μάντεψε η καρδιά μου, σε Ομήρ. Οδ.· ὀΐσατο κατὰ θυμόν, είχε προαίσθημα στην ψυχή του, στο ίδ.· απρόσ., ὀΐεταί μοι ἀνὰ θυμόν, έρχεται ένα προμήνυμα στην καρδιά μου, στο ίδ.
II. μτβ., προσδοκώ, προσμένω, κεῖνον ὀϊομένη, προσμένοντας τον γυρισμό του, την επιστροφή του, σε Ομήρ. Οδ.· γόον δ' ὠΐετο θυμός, η ψυχή του ήταν παραδομένη στη λύπη, στο ίδ.
III. 1. χρησιμ. από τον Όμηρο παρενθετικά, στο αʹ πρόσ., ἐν πρώτοισιν, ὀΐω, κείσεται, ανάμεσα στους πρώτους, φαντάζομαι, θα συγκαταλεγεί, σε Ομήρ. Ιλ.· ἔπειτά γ', ὀΐω γνώσεαι, σε Ομήρ. Οδ.
2. στην Αττ. η παρενθετική αυτή χρήση περιορίζεται στον συνηρ. τύπο οἶμαι, παρατ. ᾤμην, μου φαίνεται, νομίζω, σκέφτομαι, υποθέτω, πιστεύω· ακόμη και ανάμεσα σε πρόθ. και την πτώση που τη συνοδεύει, ἐν οἶμαι πολλοῖς, σε Δημ.· χρησιμ. ως απάντηση σε ερώτηση, εκφράζοντας θετική βεβαιότητα, το πιστεύω, βεβαίως, χωρίς καμία αμφιβολία, εννοείται, σε Αριστοφ. κ.λπ.· οἶμαι ἔγωγε, βεβαίως έχω αυτή την άποψη, ναι, βέβαια, το πιστεύω, σε Πλάτ.· επίσης, σε παρενθετική ευθεία ερώτηση, πῶς οἴει; πῶς οἴεσθε; τι νομίζεις; όπως το πῶς δοκεῖς; επίσης, οἴει; μόνο του, δεν το νομίζεις; τι πιστεύεις; σε Πλάτ.
IV. οἴομαι δεῖν, το θεωρώ αναγκαίο, θεωρώ χρέος μου, όπως το Γαλλ. je crois devoir, σε Σοφ., Πλάτ.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: to suspect, to expect, to think, to believe, to deem (Od.); new presents : ὑπ-οίζεσθαι ὑπονοεῖν H., ὑπερ-οιάζομαι to be arrogant, to be smug (Phot., Suid.; also H.?).
Other forms: ὀΐομαι (Hom.), οἶμαι (trag., Att.; cf. below), also act. 1. sg. ὀΐω, οἴω (Hom.), οἰῶ (Lac. in Ar. a.o., Bechtel Dial. 2, 351), aor. ὀΐσ(σ)ασθαι, ὀϊσθῆναι (ep.), οἰη-θῆναι (ion. att.), -σασθαι (Arat.; Wackernagel Unt. 183 n. 1), fut. οἰή-σομαι (Att.), -θήσομαι (Gal.).
Compounds: Sometimes w. prefix, e.g. συν-.
Derivatives: οἴη-σις f. (IA.), -μα n. (Plu., D. C.) conceit, smugness, belief, opinion with -ματίας m. prig (Ptol., H., Suid.), -τικός arrogant (Ph.); ἀν-ώϊσ-τος unimagined, unthought-of (ep. Φ 39), -τί adv. (δ 92).
Origin: IE [Indo-European] [not] *h₃u̯is- suppose, assume, have the opinion
Etymology: As original forms can be considered ὀΐομαι (ι), ὀΐω (ι and ι), with οἴομαι, οἴω as sentence-phonetic variants. From there arose in unstressed position the esp. as parenthetic form used οἶμαι with ipf. ᾤμην (Ar.) beside ᾠόμην (Schwyzer 280 a. 679 n. 7 with J. Schmidt KZ 38, 33; diff. Wackernagel KZ 30, 315 f. = Kl. Schr. 1, 678f., Brugmann IF 29, 229ff.). From ὀϊσθῆναι, ἀν-ώϊστος appears as basic form prob. *ὀϜίσ-ι̯ομαι, from where ὀ(Ϝ)ίομαι, *ὄ(Ϝ)ι̯ομαι > οἴομαι (cf. Chantraine Gramm. hom. 1, 29; 371f.; 405, 407). -- Further unclear. By Kretschmer KZ 31, 455 a.o. (s. Bq and W.-Hofmann s. ōmen) as *ὀϜίσ-ι̯ομαι connected with Lat. ōmen portent (OLat. osmen) from *ou̯is-men . As however the nouns in -men are primary verbal derivations, this etymology is possible only on condition, that the disyllabic ou̯is-, which cannot be considered as verbal root, contains a prefix o-; this can be solved by assuming *h₃u̯is-, Beekes, Devel. 58. (Diff. on ōmen Porzig IF 42, 266). Thus Brugmann l. c. assumes a prefixal *ὀ-ίσ-ι̯ομαι, to Skt. ís-yati set in quick movement (s. on οἶμα); prop. meaning "come on something with my thinking", semantically rather uncertain. Similarly (to IE *eis- move violently, push, but without prefix) Krogmann KZ 63, 131. -- An uncertain supposition on original impersonal use (ὀΐεται μοι τ 312) in Debrunner Mus. Helv. 1, 43. On the middle form Schwyzer-Debrunner 234, Balmori Emer. 1, 42 ff.

Middle Liddell


I. to suppose, think, deem, imagine, c. acc. et inf., mostly inf. fut., Hom., etc.
2. c. inf. alone, when both Verbs have the same subject, as, κιχήσεσθαί σε ὀΐω I think to catch, i. e. I think I shall. . , Il.; οὐ γὰρ ὀΐω πολεμίζειν I do not think, i. e. mean, to fight, Il.; ἐν πρώτοισιν ὀΐω ἔμμεναι I expect to be, Od.
3. sometimes the subject of the inf. is to be supplied from the context (as in I), τρώσεσθαι ὀΐω I fear that many will be wounded, Il.; διωκέμεναι γὰρ ὀΐω I fear [they] are pursuing me, Od.
4. absol., αἰεὶ ὀΐεαι thou art ever suspecting, Il.: also, to deem, forebode, θυμὸς ὀΐσατό μοι my heart foreboded it, Od.; ὀΐσατο κατὰ θυμόν he had a presage of it in his soul, Od. :—impers., ὀΐεταί μοι ἀνὰ θυμόν there comes a boding into my heart, Od.
II. trans. to wait for, look for, κεῖνον ὀϊομένη looking for his return, Od.; γόον δ' ὠίετο θυμός his soul was intent on grief, Od.
III. used by Hom. parenthetically, in first person, ἐν πρώτοισιν, ὀΐω, κείσεται among the first, I ween, will he be lying, Il.; ἔπειτά γ', ὀΐω, γνώσεαι Od.
2. in attic this parenthetic use in confined to the contr, form οἶμαι, imperf. ὤιμην, I think, I suppose, I believe; even between a prep. and its case, ἐν οἶμαι πολλοῖς Dem.:—answering a question, expressive of positive certainty, I believe you, of course, no doubt, Ar., etc. ; οἶμαι ἔγωγε yes I think so, yes certainly, Plat.:—also in a parenthetic question, πῶς οἴει; πῶς οἴεσθε; how think you ? like πῶς δοκεῖς; also οἴει; alone, don't you think so? what think you? Ar.
IV. οἴομαι δεῖν I hold it necessary, think it my duty, like Fr. je crois devoir, Soph., Plat.

Frisk Etymology German

οἴομαι: (seit Od.),
{oíomai}
Forms: ὀΐομαι (Hom.), οἶμαι (Trag., att.; vgl. unten). auch Akt. 1. sg. ὀΐω, οἴω (Hom.), οἰῶ (lak. bei Ar. u.a., Bechtel Dial. 2, 351), Aor. ὀΐσ(σ)ασθαι, ὀϊσθῆναι (ep.), οἰηθῆναι (ion. att.), -σασθαι (Arat.; Wackernagel Unt. 183 A. 1), Fut. οἰήσομαι (att.), -θήσομαι (Gal.),
Grammar: v.
Meaning: ahnen, erwarten, vermuten, glauben, meinen; dazu neue Präsentia : ὑποίζεσθαι· ὑπονοεῖν H., ὑπεροιάζομαι eingebildet, selbstgefällig sein (Phot., Suid.; auch H.?).
Composita : bisweilen m. Präfix, z.B. συν-,
Derivative: Davon οἴησις f. (ion. att.), -μα n. (Plu., D. C. u.a.) ‘Eigen- dunkel, Selbstgefälligkeit, Glaube, Meinung’ mit -ματίας m. selbstgefälliger Mensch (Ptol., H., Suid.), -τικός eingebildet (Ph.); ἀνώϊστος ungeahnt, unvermutet (ep. seit Φ 39), -τί Adv. (δ 92).
Etymology : Als ursprüngl. Formen sind ὀΐομαι (ι), ὀΐω (ι und ι), wozu οἴομαι, οἴω als satzphonetische Varianten, zu betrachten. Daraus entstand in unbetonter Stellung das bes. als parenthetisches Formwort gebrauchte οἶμαι mit Ipf. ᾤμην (Ar.) neben ᾠόμην (Schwyzer 280 u. 679 A. 7 mit J. Schmidt KZ 38, 33; anders Wackernagel KZ 30, 315 f. = Kl. Schr. 1, 678f., Brugmann IF 29, 229ff.). Aus ὀϊσθῆναι, ἀνώϊστος ergibt sich als Grundform am ehesten *ὀϝίσι̯ομαι, woraus ὀ(ϝ)ίομαι, *ὄ(ϝ)ι̯ομαι > οἴομαι (vgl. Chantraine Gramm. hom. 1, 29; 371f.; 405, 407). — Im übrigen dunkel. Von Kretschmer KZ 31, 455 u.a. (s. Bq und W.-Hofmann s. ōmen) als *ὀϝίσι̯ομαι mit lat. ōmen Vorzeichen (alat. osmen) aus *ou̯is-men verbunden. Da aber die Nomina auf -men primäre Verbalableitungen sind, ist diese Etymologie möglich nur unter der Voraussetzung, daß das zweisilbige ou̯is-, das als Verbalwurzel undenkbar ist, ein Präfix o- enthält, was für das Lat. ausgeschlossen, für das Griech. allenfalls möglich ist. (Anders über ōmen Porzig IF 42, 266: Umbildung eines Wortes *ou̯is; abzulehnen). Davon ausgehend setzt Brugmann a. O. ein präfixales *ὀίσι̯ομαι an, zu aind. ís-yati in eilige Bewegung setzen (s. zu οἶμα); eig. Bed. "komme mit meinen Gedanken worauf, verfalle worauf", semantisch mehr als unsicher. Ähnlich (zu idg. eis- heftig, ungestüm bewegen, antreiben, aber ohne Präfix) Krogmann KZ 63, 131. — Eine unsichere Vermutung über ursprüngliche unpersönliche Verwendung (ὀΐεται μοι τ 312) bei Debrunner Mus. Helv. 1, 43. Zur medialen Form Schwyzer-Debrunner 234, Balmori Emer. 1, 42 ff.
Page 2,366

Chinese

原文音譯:o‡omai 哀哦買
詞類次數:動詞(3)
原文字根:可能
字義溯源:設想,期待,意思,想像,想,想要;源自(οἷος)*=這樣的)。參讀 (ἀναλογίζομαι)同義字
出現次數:總共(3);約(1);腓(1);雅(1)
譯字彙編
1) 想(1) 雅1:7;
2) 想要(1) 腓1:17;
3) 我想(1) 約21:25