ἀραρότως: Difference between revisions
(1b) |
m (Text replacement - "D.S." to "D.S.") |
||
(23 intermediate revisions by the same user not shown) | |||
Line 8: | Line 8: | ||
|Transliteration C=ararotos | |Transliteration C=ararotos | ||
|Beta Code=a)raro/tws | |Beta Code=a)raro/tws | ||
|Definition=[<b class=" | |Definition=[ᾰρ], ([[ἀραρίσκω]]) [[compactly]], [[closely]], [[strongly]], A.''Supp.''945, E.''Med.''1192, [[Plato|Pl.]]''[[Phaedrus|Phdr.]]''240d, D.Chr.3.79, Iamb.''Protr.''12: Comp. ἀραρότερον (ἀραρώτερον Dind.) Them.''Or.''22.270c. | ||
}} | |||
{{DGE | |||
|dgtxt=<b class="num">• Prosodia:</b> [ᾰρᾱ-]<br /><b class="num">• Morfología:</b> [compar. ἀραρώτερον Them.<i>Or</i>.22.270c]<br />adv. sobre part. perf. de [[ἀραρίσκω]]<br /><b class="num">I</b> concr. [[fija]], [[firmemente]] μένειν A.<i>Supp</i>.945, Hero <i>Aut</i>.23.4, εἶχε E.<i>Med</i>.1192, πήξαντες Plb.3.46.1, ἵστησιν [[Diodorus Siculus|D.S.]]3.35.<br /><b class="num">II</b> fig.<br /><b class="num">1</b> [[firmemente]], [[con seguridad]] del conocer ἀραρότως γνωστόν Gal.8.637, cf. Basil.M.31.1588B, Dion.Ar.<i>DN</i> M.3.916B, [[εἰπεῖν]] Cyr.Al.M.70.269C, γενήσεται Eus.<i>Is</i>.46.10.<br /><b class="num">2</b> [[apropiadamente]] ἐπιμέμφεται Didym.M.39.661B.<br /><b class="num">3</b> [[complaciente]], [[diligentemente]] ἀραρότως [[ὑπηρετεῖν]] Pl.<i>Phdr</i>.240d, ἀραρώτερον ἐπὶ τῶν φίλων λέγειν Them.<i>Or</i>.22.270b, τὸ προσταγὲν ἀἀραρότως ... συνετέλει [[LXX]] 3<i>Ma</i>.5.4, τηρεῖ D.Chr.3.79, cf. Iambl.<i>Protr</i>.12. | |||
}} | }} | ||
{{pape | {{pape | ||
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0344.png Seite 344]] angefügt, fest, μένειν Aesch. Suppl. 923; ὑπηρετεῖν Plat. Phaedr. 240 d; ἀραρότερον λέγειν, zusammenhängender sprechen, Themist.; u. a. Sp. | |ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0344.png Seite 344]] angefügt, fest, μένειν Aesch. Suppl. 923; ὑπηρετεῖν Plat. Phaedr. 240 d; ἀραρότερον λέγειν, zusammenhängender sprechen, Themist.; u. a. Sp. | ||
}} | |||
{{bailly | |||
|btext=<i>adv.</i><br />[[fermement]], [[solidement]].<br />'''Étymologie:''' [[ἀραρώς]]. | |||
}} | |||
{{elru | |||
|elrutext='''ἀρᾱρότως:'''<br /><b class="num">1</b> [[плотно]], [[крепко]] (ἀ. [[σύνδεσμα]] εἶχε Eur.);<br /><b class="num">2</b> [[твердо]], [[непреклонно]] (μένειν Aesch. - [[varia lectio|v.l.]] ἀραρότα);<br /><b class="num">3</b> [[усердно]], [[ревностно]] (ὑπηρετεῖν τινι Plat.). | |||
}} | }} | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''ἀρᾱρότως''': ἐπίρρ. τοῦ ἀρᾱρώς, μετοχ. πρκμ. τοῦ [[ἀραρίσκω]], στερεῶς, στενῶς, συμπαγῶς, ἰσχυρῶς, «ἁρμοδίως, [[προσηρμοσμένως]], [[ἁρμοζόντως]], ἀσφαλῶς· [[ὅθεν]] καὶ τὸ ἄραρεν, [[παγίως]] δέδοκται» (Ἡσύχ.), Αἰσχύλ. Ἱκ. 945, Μήδ. 1192, Πλάτ. Φαῖδρ. 240D. Ὁ Θεμίστ. 270C ἔχει συγκρ. ἀραρότερον. | |lstext='''ἀρᾱρότως''': ἐπίρρ. τοῦ ἀρᾱρώς, μετοχ. πρκμ. τοῦ [[ἀραρίσκω]], στερεῶς, στενῶς, συμπαγῶς, ἰσχυρῶς, «ἁρμοδίως, [[προσηρμοσμένως]], [[ἁρμοζόντως]], ἀσφαλῶς· [[ὅθεν]] καὶ τὸ ἄραρεν, [[παγίως]] δέδοκται» (Ἡσύχ.), Αἰσχύλ. Ἱκ. 945, Μήδ. 1192, Πλάτ. Φαῖδρ. 240D. Ὁ Θεμίστ. 270C ἔχει συγκρ. ἀραρότερον. | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml | ||
Line 28: | Line 31: | ||
|lsmtext='''ἀρᾱρότως:''' επίρρ. του <i>ἀρᾱρώς</i>, μτχ. παρακ. του [[ἀραρίσκω]], συμπαγώς, στέρεα, [[σφιχτά]], [[δυνατά]], σε Αισχύλ., Ευρ. | |lsmtext='''ἀρᾱρότως:''' επίρρ. του <i>ἀρᾱρώς</i>, μτχ. παρακ. του [[ἀραρίσκω]], συμπαγώς, στέρεα, [[σφιχτά]], [[δυνατά]], σε Αισχύλ., Ευρ. | ||
}} | }} | ||
{{ | {{mdlsj | ||
| | |mdlsjtxt=[ἀρᾱρώς, perf. [[part]]. of [[ἀραρίσκω]]<br />compactly, [[closely]], [[strongly]], Aesch., Eur. | ||
}} | |||
{{WoodhouseAdverbsReversed | |||
|woodadr=[[fast]], [[firmly]] | |||
}} | }} |
Latest revision as of 07:55, 27 March 2024
English (LSJ)
[ᾰρ], (ἀραρίσκω) compactly, closely, strongly, A.Supp.945, E.Med.1192, Pl.Phdr.240d, D.Chr.3.79, Iamb.Protr.12: Comp. ἀραρότερον (ἀραρώτερον Dind.) Them.Or.22.270c.
Spanish (DGE)
• Prosodia: [ᾰρᾱ-]
• Morfología: [compar. ἀραρώτερον Them.Or.22.270c]
adv. sobre part. perf. de ἀραρίσκω
I concr. fija, firmemente μένειν A.Supp.945, Hero Aut.23.4, εἶχε E.Med.1192, πήξαντες Plb.3.46.1, ἵστησιν D.S.3.35.
II fig.
1 firmemente, con seguridad del conocer ἀραρότως γνωστόν Gal.8.637, cf. Basil.M.31.1588B, Dion.Ar.DN M.3.916B, εἰπεῖν Cyr.Al.M.70.269C, γενήσεται Eus.Is.46.10.
2 apropiadamente ἐπιμέμφεται Didym.M.39.661B.
3 complaciente, diligentemente ἀραρότως ὑπηρετεῖν Pl.Phdr.240d, ἀραρώτερον ἐπὶ τῶν φίλων λέγειν Them.Or.22.270b, τὸ προσταγὲν ἀἀραρότως ... συνετέλει LXX 3Ma.5.4, τηρεῖ D.Chr.3.79, cf. Iambl.Protr.12.
German (Pape)
[Seite 344] angefügt, fest, μένειν Aesch. Suppl. 923; ὑπηρετεῖν Plat. Phaedr. 240 d; ἀραρότερον λέγειν, zusammenhängender sprechen, Themist.; u. a. Sp.
French (Bailly abrégé)
adv.
fermement, solidement.
Étymologie: ἀραρώς.
Russian (Dvoretsky)
ἀρᾱρότως:
1 плотно, крепко (ἀ. σύνδεσμα εἶχε Eur.);
2 твердо, непреклонно (μένειν Aesch. - v.l. ἀραρότα);
3 усердно, ревностно (ὑπηρετεῖν τινι Plat.).
Greek (Liddell-Scott)
ἀρᾱρότως: ἐπίρρ. τοῦ ἀρᾱρώς, μετοχ. πρκμ. τοῦ ἀραρίσκω, στερεῶς, στενῶς, συμπαγῶς, ἰσχυρῶς, «ἁρμοδίως, προσηρμοσμένως, ἁρμοζόντως, ἀσφαλῶς· ὅθεν καὶ τὸ ἄραρεν, παγίως δέδοκται» (Ἡσύχ.), Αἰσχύλ. Ἱκ. 945, Μήδ. 1192, Πλάτ. Φαῖδρ. 240D. Ὁ Θεμίστ. 270C ἔχει συγκρ. ἀραρότερον.
Greek Monolingual
ἀραρότως επίρρ. (Α)
1. στερεά, ισχυρά, στενά
2. όπως πρέπει, με ασφάλεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (μτχ.) ἀρᾱρώς, του πρκμ. ἄρᾱρα του ρ. αραρίσκω].
Greek Monotonic
ἀρᾱρότως: επίρρ. του ἀρᾱρώς, μτχ. παρακ. του ἀραρίσκω, συμπαγώς, στέρεα, σφιχτά, δυνατά, σε Αισχύλ., Ευρ.
Middle Liddell
[ἀρᾱρώς, perf. part. of ἀραρίσκω
compactly, closely, strongly, Aesch., Eur.