παραδοξάζω: Difference between revisions
χαῖρ', ὦ μέγ' ἀχρειόγελως ὅμιλε, ταῖς ἐπίβδαις, τῆς ἡμετέρας σοφίας κριτὴς ἄριστε πάντων → all hail, throng that laughs untimely on the day after the festival, best of all judges of our poetic skill
m (Text replacement - "<b class="b2">([\w]+)<\/b>" to "$1") |
m (LSJ1 replacement) |
||
(7 intermediate revisions by the same user not shown) | |||
Line 8: | Line 8: | ||
|Transliteration C=paradoksazo | |Transliteration C=paradoksazo | ||
|Beta Code=paradoca/zw | |Beta Code=paradoca/zw | ||
|Definition= | |Definition=<span class="bld">A</span> [[make wonderful]] or [[extraordinary]], [[LXX]] ''2 Ma.''3.30; <b class="b3">τὰς πληγάς σου</b> [[will lay unheard-of]] inflictions [[upon]] thee, ib.''De.''28.59.<br><span class="bld">2</span> <b class="b3">π. ἀνὰ μέσον τῶν κτηνῶν</b> [[put a mark of distinction]] between, [[separate]], ib.''Ex.''9.4; <b class="b3">π. τὴν γῆν</b> ib.8.22. | ||
}} | }} | ||
{{pape | {{pape | ||
Line 14: | Line 14: | ||
}} | }} | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''παραδοξάζω''': ποιῶ θαυμάσιον, ἔνδοξον, Ἑβδ. (Β΄ Μακκ. Γ΄, 30)· [[δοξάζω]], παραδοξάσει Κύριος τὰς [[πληγάς]] σου Ἑβδ. (Δευτερ. Η΄, 59)· - [[ὡσαύτως]] ἐπὶ κακῆς σημασίας, [[αὐτόθι]]. 2) = [[διαστέλλω]], | |lstext='''παραδοξάζω''': ποιῶ θαυμάσιον, ἔνδοξον, Ἑβδ. (Β΄ Μακκ. Γ΄, 30)· [[δοξάζω]], παραδοξάσει Κύριος τὰς [[πληγάς]] σου Ἑβδ. (Δευτερ. Η΄, 59)· - [[ὡσαύτως]] ἐπὶ κακῆς σημασίας, [[αὐτόθι]]. 2) = [[διαστέλλω]], μετὰ γεν., παραδοξάσω ἐγὼ ἀνὰ [[μέσον]] τῶν κτηνῶν Ἑβδ. (Ἔξοδ. Θ΄, 4)· π. τὴν γὴν [[αὐτόθι]] (Ἔξοδ. Η΄, 22). | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=ΜΑ<br />[[καθιστώ]] [[κάτι]] περίφημο, αξιοθαύμαστο, έκτακτο, εκπληκτικό («τὸν κύριον εὐλόγουν τὸν παραδοξάζοντα τὸν ἑαυτοῦ τόπον», ΠΔ)<br /><b>αρχ.</b><br />[[θέτω]] διακριτικό [[σημείο]] με σκοπό να [[διακρίνω]] [[κάτι]] και, συνεκδοχικά, [[διακρίνω]], [[ξεχωρίζω]] («παραδοξάσω ἐν τῇ ἡμέρᾳ [[ἐκείνῃ]] τὴν γῆν Γεσέμ», ΠΔ).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>παρ</i>(<i>α</i>)- <span style="color: red;">+</span> [[δοξάζω]] «[[νομίζω]], [[θεωρώ]]» (<span style="color: red;"><</span> [[δόξα]] «[[γνώμη]]»)]. | |mltxt=ΜΑ<br />[[καθιστώ]] [[κάτι]] περίφημο, αξιοθαύμαστο, έκτακτο, εκπληκτικό («τὸν κύριον εὐλόγουν τὸν παραδοξάζοντα τὸν ἑαυτοῦ τόπον», ΠΔ)<br /><b>αρχ.</b><br />[[θέτω]] διακριτικό [[σημείο]] με σκοπό να [[διακρίνω]] [[κάτι]] και, συνεκδοχικά, [[διακρίνω]], [[ξεχωρίζω]] («παραδοξάσω ἐν τῇ ἡμέρᾳ [[ἐκείνῃ]] τὴν γῆν Γεσέμ», ΠΔ).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>παρ</i>(<i>α</i>)- <span style="color: red;">+</span> [[δοξάζω]] «[[νομίζω]], [[θεωρώ]]» (<span style="color: red;"><</span> [[δόξα]] «[[γνώμη]]»)]. | ||
}} | }} |
Latest revision as of 10:33, 25 August 2023
English (LSJ)
A make wonderful or extraordinary, LXX 2 Ma.3.30; τὰς πληγάς σου will lay unheard-of inflictions upon thee, ib.De.28.59.
2 π. ἀνὰ μέσον τῶν κτηνῶν put a mark of distinction between, separate, ib.Ex.9.4; π. τὴν γῆν ib.8.22.
German (Pape)
[Seite 477] wunderbar machen, zum Gegenstand der Bewunderung machen, LXX.
Greek (Liddell-Scott)
παραδοξάζω: ποιῶ θαυμάσιον, ἔνδοξον, Ἑβδ. (Β΄ Μακκ. Γ΄, 30)· δοξάζω, παραδοξάσει Κύριος τὰς πληγάς σου Ἑβδ. (Δευτερ. Η΄, 59)· - ὡσαύτως ἐπὶ κακῆς σημασίας, αὐτόθι. 2) = διαστέλλω, μετὰ γεν., παραδοξάσω ἐγὼ ἀνὰ μέσον τῶν κτηνῶν Ἑβδ. (Ἔξοδ. Θ΄, 4)· π. τὴν γὴν αὐτόθι (Ἔξοδ. Η΄, 22).
Greek Monolingual
ΜΑ
καθιστώ κάτι περίφημο, αξιοθαύμαστο, έκτακτο, εκπληκτικό («τὸν κύριον εὐλόγουν τὸν παραδοξάζοντα τὸν ἑαυτοῦ τόπον», ΠΔ)
αρχ.
θέτω διακριτικό σημείο με σκοπό να διακρίνω κάτι και, συνεκδοχικά, διακρίνω, ξεχωρίζω («παραδοξάσω ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τὴν γῆν Γεσέμ», ΠΔ).
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + δοξάζω «νομίζω, θεωρώ» (< δόξα «γνώμη»)].