Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νομίζω

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: νομίζω Medium diacritics: νομίζω Low diacritics: νομίζω Capitals: ΝΟΜΙΖΩ
Transliteration A: nomízō Transliteration B: nomizō Transliteration C: nomizo Beta Code: nomi/zw

English (LSJ)

fut.

   A νομιῶ Ar.Av.571, Th.4.87, etc.; Ion. 1pl. νομιοῦμεν Hdt.2.17; later νομίσω Longus 1.1 codd., Procop.Gaz.Ep.12: aor. ἐνόμισα, poet. νόμισα Pi.I.5(4).2: pf. νενόμικα Axionic.6.8:—Pass., fut. νομισθήσομαι Pl.Sph.240e, etc.: fut. Med. νομιοῦμαι in pass. sense, Hp.Morb.Sacr.1: aor. ἐνομίσθην (v. infr. 1.1, 2): pf. νενόμισμαι, 3pl. νενομίδαται D.C.51.23; Dor. inf. -ίχθαι Sthenid. ap. Stob.4.7.63: plpf. 3sg. ἐνενόμιστο Ar.Nu.962: (νόμος):—use customarily, practise, ἓν τόδε ἴδιον νενομίκασι Hdt.1.173; ν. γλῶσσαν to have a language in common use, ib.142; φωνήν Id.2.42; οὔτε ἀσπίδα οὔτε δόρυ Id.5.97; πανήγυριν, πληγὴν ἐν τῇ ὁρτῇ, Id.2.63; ταῦτα… Ἕλληνες ἀπ' Αἰγυπτίων νενομίκασι have adopted these customs from the Egyptians, ib.51, cf. 4.27; ἱπποτροφίας ἐν Πανελλάνων νόμῳ Pi.I.2.38; ἀργυροστερῆ βίον A.Ch.1003(989); ν. θειότατον νόμον Gorg.Fr.6D.; ν. ἐκκλησίαν have a regular popular assembly, Arist. Pol.1275b7; ἀγορᾶς κατασκευὴν ν. (cj. for ὀνομάζουσιν) ib. 1331a32; δραχμὰς ἇν Τροζάνιοι νομίζοντι IG42(1).77.16 (Epid., ii B.C.):—freq. in Pass., to be customary, οὔτω τοῦτο νομίσδεται Alc.Supp.24; ὅπου τὸ χαίρειν μηδαμοῦ νομίζεται A.Eu.423; σωφροσύνη 'νενόμιστο was the fashion, Ar.Nu.962: impers., εἰκῇ νομίζεται Xenoph.2.13; ὡς νομίζεται as is the custom, A.Eu.32, E.Alc.99 (lyr.), etc.; οἷάπερ ν. A.Ag. 1046; οἷα τοῖς κάτω νομίζεται S.El.327, cf. 691; ᾗ νομίζεται Id.OC 1603: part. νομιζόμενος customary, γέρα τὰ ν. Th.1.25; εὐχαὶ αἱ ν. Id.6.32; εἰς τὸν ν. χρόνον IG12.19.15; τὰ ν. customs, usages, Hdt.1.35, 5.42, Ar.Pl.1185; τὰ ν. μυστήρια Heraclit.14; τὰ ἱερὰ τὰ ν. Antipho 5.82; συντελέσαι τὰ ν. τοῖς θεοῖς IG12.22.4, cf. 54.16; τὰ τοῖς θεοῖς ν. X.Cyr. 4.5.14; freq. of funeral rites, τὰ ν. ποιεῖν Aeschin.1.13, cf. Isoc.19.33; ἐπειδὴ τὰ ν. αὐτῷ φέροιτο D.18.243: also aor. part., τό τοι νομισθὲν τῆς ἀληθείας κρατεῖ S.Fr.86; τὰ ν. E.Ba.71 (lyr.): pf. part., τὰ νενομισμένα τοῖς κατοιχομένοις PRyl.153.6 (ii A.D.), cf. SIG1109.34 (ii A.D.).    2 of a legislator, enact, ἐνόμισεν ἑνὶ ἱματίῳ δι' ἔτους προσεθίζεσθαι X.Lac.2.4, cf. 12.3, Cyr.8.5.3: c.acc., Id.Lac.1.7:—Pass., D.C. 37.20; τὰ νομισθέντα ὑπὸ Μάρκου Id.78.22; cf. νομιστέος 1.    3 c. dat., make common use of, use, φωνῇ Hdt.4.117; ὑσί ib.63; νομίζουσι Αἰγύπτιοι οὐδ' ἥρωσι οὐδέν, i.e. practise no such worship, Id.2.50; ἀγῶσι καὶ θυσίαις Th.2.38; εὐσεβείᾳ Id.3.82; οὔτε τούτοις χρῆται οὔθ' οἷς ἡ ἄλλη Ἑλλὰς ν. Id.1.77; esp. use as current coin, ἐν Βυζαντίοις, ὅπου σιδαρέοισι νομίσμασιν νομίζουσι Pl.Com.96 (dub. l.); ἐν Λακεδαίμονι σιδηρῷ σταθμῷ νομίζουσι Pl.Erx.400b:—hence in Pass., to be struck, ἀργύριον νενομισμένον ἐς Τιβέριον, i.e. with the head of Tiberius, Philostr.VA1.15.    4 c. inf., to be accustomed to do, νομίζουσι Διὶ θυσίας ἔρδειν Hdt.1.131, cf. 133,202, 3.15, etc.:— Pass., νενόμισται τὰ σχέτλια ἔργα Λήμνια καλέεσθαι Id.6.138; γυμνοὺς εἰσιέναι νομίζεται it is customary for them... Ar.Nu.498, cf. 1420, Th. 2.15, X.HG2.4.36.    II own, acknowledge, consider as, ὡς δούλους ν. τινάς Hdt.2.1; τὸν προέχοντα ἔτεσι ν. ὡς πατέρα Pl.Lg.879c: ὡς is freq. omitted, ὄμμα γὰρ δόμων νομίζω δεσπότου παρουσίαν A.Pers.169; τοὺς κακοὺς χρηστοὺς ν. S.OT610, cf. Ant.183, El.1317; τοὺς αὐτοὺς φίλους νομιῶ καὶ ἐχθρούς IG12.71.20; νομίσαι χρὴ ταῦτα μυστήρια Ar. Nu.143; θεὸν ν. τινά believe in one as a god, σὺ Ἔρωτα οὐ θεὸν νομίζεις Pl.Smp.202d; θεὰν οὐ τὴν Ἀναίδειαν, ἀλλὰ τὴν Αἰδῶ ν. X.Smp.8.35; ν. τούτους [θεούς] believe in these [as gods], Hdt.4.59; οὓς ἡ πόλις ν. θεοὺς οὐ νομίζων X.Mem.1.1.1, Ap.10, Pl.Ap.24b; τοὺς ἀρχαίους οὐ ν. Id.Euthphr.3b; but ν. θεοὺς εἶναι believe that there are gods, Id.Ap. 26c, Lg.886a (cf. infr. 4): without εἶναι, δίκην καὶ θεοὺς μόνον ν. [ἄνθρωπος] Id.Mx.237d; τὸ παράπαν θεοὺς οὐδαμῶς ν. to be an atheist, Id.Lg.885c, cf. 908c, Ap.18c, Prt.322a; θεοὺς ν. οὐδαμοῦ A.Pers. 497:—Pass., to be deemed, reputed, considered, οἷς τὸ πέλειν τε καὶ οὐκ εἶναι ταὐτὸν νενόμισται Parm.6.8; Ἕλληνες ἤρξαντο νομισθῆναι Hdt. 2.51; οἱ νομιζόμενοι μὲν υἱεῖς, μὴ ὄντες δέD.40.47; ἡ -ομένη (v.l. ὀνομαζ-) πολιτεία Arist.Pol.1293b22.    2 esteem, hold in honour, χρυσὸν… περιώσιον ἄλλων Pi.I.5(4).2; οὔτε θεοὺς οὔτε ἀνθρώπους ν. Lys.12.9:—Pass., to be esteemed, Pl.Grg.466b.    3 c. acc. rei, hold, believe, ταὐτὰ περί τινος Id.Phdr.258c, etc.; ἐποίει ἄλλα παρ' ἃ ἐνόμισεν Id.Min.320b; ἀκοῇ ν., opp. πείρᾳ αἰσθάνεσθαι, Th.4.81.    4 c. acc. et inf., deem, hold, believe that... πότερα νομίζεις δυστυχεῖν ἐμέ; S.OC 800, cf. OT549, X.HG3.4.11; θεὸν νομίζουσι εἶναι τὸ πῦρ Hdt.3.16: c. fut. inf., expect that... S.OT551: aor. inf. is sts. found in codd. referring to fut., ἐνόμισαν ἐπιθέμενοι ῥᾳδίως κρατῆσαι Th.2.3 (κρατήσειν in same phrase, Aen.Tact.2.3), cf. Th.3.24, Lys.13.6; in S. Aj.1082 the aor. inf. may be gnomic.    5 c. part., νομίσωμεν ἐκγενησόμενον Th.7.68; νόμιζε… ἄνδρα ἀγαθὸν ἀποκτείνων X.An.6.6.24; νόμιζε ταῦτα δεδογμένα Pl.R.450a, cf. D.14.9 (s.v.l.).    6 with ὡς, Th.3.88.    7 Pass., with gen. of the person in possession, τοῦ θεῶν νομίζεται; whose sanctuary is it held to be? S.OC38; οὐ τοῦ κρατοῦντος ἡ πόλις ν.; Id.Ant.738.    8 abs., νομίζοντα λέγειν to speak with full belief, Pl.Phdr.257d (nisi leg. ὀνειδίζοντα).    9 frequent, μυχὸν ν. A.Ch.801 (lyr., dub. l.).

Greek (Liddell-Scott)

νομίζω: μέλλ. Ἀττ. νομιῶ Ἀριστοφ. Ὄρν. 571, Θουκ., κλ.: Ἰων. α΄ πληθ. νομιέομεν Ἡροδ. 2. 17· νομίσω, μόνον παρὰ μεταγεν., οἷον Ἀππ.· ἀόρ. ἐνόμισα, ποιητ. νόμισα Πινδ. Ι. 5. (4). 2· πρκμ. νενόμικα - Παθ., μέλλ. νομισθήσομαι Πλάτ., κλ.: μέλλ. μέσ. μετὰ παθ. σημασ., Ἱππ. 301. 20· ἐνομίσθην: πρκμ. νενόμισμαι, γ΄ πληθ. νενομίδαται Δίων Κ. 51. 23· Δωρ. ἀπαρ. -ίχθαι Σθενίδης παρὰ Στοβ. σ. 48. 63· ὑπερσ. γ΄ ἑνικ. νενόμιστο Ἀριστοφ. Νεφ. 962· (νόμος). Θεωρῶ ἢ παραδέχομαι ὡς ἔθιμον ἢ συνήθειαν ἢ νόμον, ὡς ἔθος πάτριον, τηρῶ, ἀκολουθῶ συνήθειάν τινα, ἐπὶ πάσης συνηθείας, ἰδίως ἐπὶ τῶν ἐχουσῶν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν δύναμιν τοῦ νόμου, ἓν τόδε ἴδιον νενομίκασι Ἡρόδ. 1. 173· ν. γλῶσσαν, ἔχει γλῶσσαν ἐν κοινῇ χρήσει, αὐτόθι 142· φωνὴν 2. 42· οὔτε ἀσπίδα οὔτε δόρυ 5. 97· ὁρτήν, πανήγυριν 2. 64 ἱπποτροφίαν ἐν Πανελλάνων νόμῳ Πινδ. Ι. 2, 55· ἀργυροστερῆ βίον Αἰσχύλ. Νο. 1003· νβ. ἐκκλησίαν, ποιεῖσθαι χρῆσιν κοινῆς τοῦ λαοῦ συνελεύσεως, Ἀριστ. Πολιτ. 3. 1, 10· ἀγορᾶς κατασκευὴν ν. (κοινῶς ὀνομάζουσιν) αὐτόθι 7. 12, 3. - Παθ., εἶμαι συνήθης, ἐν κοινῇ χρήσει, ὅπου τὸ χαίρειν οὐδαμοῦ νομίζεται Αἰσχύλ. Εὐμ. 423· σωφροσύνη νενόμιστο, ἦτο συνήθης, «τοῦ συρμοῦ», Ἀριστοφ. Νεφ. 962· - ἀπροσώπως, ὡς νομίζεται, ὡς συνηθίζεται, ὡς εἶναισυνήθεια, Αἰσχύλ. Εὐμ. 32, Εὐρ. Ἄλκ. 99, κτλ.· οἷάπερ ν. Αἰσχύλ. Ἀγ. 1046· οἷα τοῖς κάτω νομίζεται Σοφ. Ἠλ. 327, πρβλ. 691· ᾗ νομίζεται ὁ αὐτ. ἐν Ο. Κ. 1603· - μετοχ., νομιζόμενος, εἰωθώς, συνήθης, γέρα τὰ ν. Θουκ. 1. 25· εὐχαὶ αἱ ν. ὁ αὐτ. 6. 32· τὰ νομιζόμενα, ὡς τὰ νομαῖα ἢ νόμιμα, ἔθιμα, συνήθειαι, Λατ. instituta, Ἡροδ. 1. 35., 5. 42, Ἀριστοφ. Πλ. 1185 τὰ ν. ἱερὰ Ἀντιφῶν 139. 11· τὰ τοῖς θεοῖς ν. Ξεν. Κύρ. 4. 5, 14· συχνάκις ἐπὶ ἐπικηδείων τελετῶν, τὰ νομιζόμενα ποιεῖν, Λατ. justa facere, Δημ. 308. 2, Αἰσχίν. 3. 3, πρβλ. Ἰσοκρ. 391Α· ὡσαύτως ἐν τῇ μετοχ. τοῦ ἀορ., το τοι νομισθὲν τῆς ἀληθείας κρατεῖ Σοφ. Ἀποσπ. 107· τὰ νομισθέντα Εὐρ. Βάκχ. 71· - πρβλ. νόμισμα. 2) παραδέχομαι συνήθειαν, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ πρκμ., Ἕλληνες ἀπ’ Αἰγυπτίων ταῦτα νενομίκασι Ἡρόδ. 2. 51· οὕτω, νομίζειν τι παρά τινος, ὡς τὸ παραλαμβάνειν, 4. 27· β) ὡσαύτως μετὰ δοτ., «συνηθίζω» τι, ἔχω συνήθειάν τινα, νομίζουσιν Αἰγύπτιοι οὐδ’ ἥρωσι οὐδέν, δηλ. δὲν ἔχουσι τὴν συνήθειαν νὰ λατρεύωσι τοὺς ἥρωας, Ἡρόδ. 2. 50· ἐντεῦθεν ποιοῦμαι χρῆσιν, μεταχειρίζομαι, φωνῇ 4. 117· ὑσὶ αὐτόθι 63· ἀγῶσι καὶ θυσίαις Θουκ. 2. 38· εὐσεβείᾳ ὁ αὐτ. 3. 82· οὔτε τούτοις χρῆται οὔθ’ οἷς ἡ ἄλλη Ἑλλὰς ν. ὁ αὐτ. 1. 77· καὶ παρ’ Ἀττ., συχν., μεταχειρίζομαι ὡς σύνηθες ἐν τῇ ἀγορᾷ νόμισμα, ἐν Βυζαντίοις, ὅπου σιδαρέοις [νομίσμασι] νομίζουσι Πλάτ. Κωμ. ἐν «Πεισάνδρῳ» 3, ἔνθα ἴδε Meineke. 3) μετ’ ἀπαρ., ἔχω τὴν συνήθειαν νὰ κάμνω τι, νομίζουσι Διὶ θυσίας ἔρδειν Ἡροδ. 1. 131, πρβλ. 133, 202., 3. 15, κτλ. - Παθ., νενόμισται τὰ σχέτλια ἔργα Λήμνια καλέεσθαι ὁ αὐτ. 6. 138· γυμνοὺς εἰσιέναι νομίζεται, ἔχουσι τὴν συνήθειαν..., Ἀριστοφ. Νεφ. 498, πρβλ. 1420, Θουκυδ. 2. 15, Ξενοφ. Ἑλλην. 2. 4, 14. 4) ἐν τῷ Παθ., κυβερνῶμαι κατὰ παλαιοὺς νόμους ἢ ἔθιμα, Ἡρόδ. 1. 170. ΙΙ. θεωρῶ ὡς..., τὸν προέχοντα ἔτεσι ν. ὡς πατέρα Πλάτ. Νόμ. 876C· ἀλλὰ τὸ ὡς συνήθως παραλείπεται, ὄμμα γὰρ δόμων νομίζω δεσπότου παρουσίαν Αἰσχύλ. Πέρσ. 169· τοὺς κακοὺς χρηστοὺς νομ. Σοφ. Ο. Τ. 610, πρβλ. Ἀντ. 183, Ἠλέκ. 1317· νομίσαι χρὴ ταῦτα μυστήρια Ἀριστοφ. Νεφέλ. 143· καὶ συχνάκις, θεὸν ν. τινά, θεωρῶ, πιστεύω τινὰ ὡς θεόν, σὺ Ἔρωτα οὐ θεὸν νομίζεις Πλάτ. Συμπ. 202D· θεὰν οὐ τὴν Ἀναίδειαν, ἀλλὰ τὴν Αἰδῶ ν. Ξεν. Συμπ. 8. 35· - ἐντεῦθεν, νομίζειν τούτους [θεούς], πιστεύειν τούτους [θεούς], Ἡρόδ. 4. 59· οὓς ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων, μὴ πιστεύων τοὺς θεοὺς οὓς πιστεύει ἡ πόλις, Ξεν. Ἀπομν. 1. 1, 1, Ἀπολ. 10, Πλάτ. Ἀπολογ. 24Β· τοὺς ἀρχαίους οὐ ν. ὁ αὐτ. ἐν Εὐθύφρ. 3Β· - ἀλλὰ, νομίζω θεοὺς εἶναι, πιστεύω ὅτι ὑπάρχουσι θεοί, αὐτόθι 26C, Nόμ. 886Α· καὶ ἄνευ τοῦ εἶναι, ὃ [[[ζῷον]]] συνέσει τε ὑπερέχει τῶν ἄλλων δίκην καὶ θεοὺς μόνον νομίζει, ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου, ὁ αὐτ. ἐν Μενεξ. 237D· ἡμῶν γὰρ οἱ μὲν τὸ παράπαν θεοὺς οὐδαμῶς νομίζομεν, οὐδόλως πιστεύομεν, εἴμεθα ἐντελῶς ἄθεοι, ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 885C, πρβλ. 908C, Ἀπολ. 18C, Πρωτ. 322Α, Λυσίας 121. 3· θεοὺς ν. οὐδαμοῦ Αἰσχύλ. Πέρσ. 497. - ὥστε, ν. τοὺς θεούς, καὶ ν. θεούς, διαφέρουσιν, ἐπειδὴ τὸ μὲν σημαίνει πιστεύειν εἴς τινας θεούς, τὸ δὲ πιστεύειν εἰς τὴν ὕπαρξιν θεῶν καθόλου, πρβλ. ἡγέομαι ΙΙΙ· - Παθ., Ἕλληνες ἤρξαντο νομισθῆναι, νὰ νομίζωνται ἢ θεωρῶνται ὡς..., Ἡρόδ. 2. 51· οἱ νομιζόμενοι μὲν υἱοί, μὴ ὄντες δέ..., θεωρούμενοι, Δημ. 1022. 16· ἡ νομιζομένη πολιτεία Ἀριστ. Πολιτικ. 4. 8, 1. 2) ἐκτιμῶ, ἔχω ἐν τιμῇ, χρυσόν... περιώσιον ἄλλων Πινδ. Ι. 5 (4). 3. - Παθ., ἐκτιμῶμαι, τιμῶμαι, Heind. εἰς Πλάτ. Γοργ. 466Β· - ἐνταῦθα ἠδύνατο νὰ ἀναχθῇ καὶ τό: ν. τοὺς θεούς. 3) μετ’ αἰτ. πράγματος, θεωρῶ, νομίζω, πιστεύω, φρονῶ, ταὐτὰ περί τινος ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρῳ 258C, κτλ· ἐποίει ἄλλα παρ’ ἃ ἐνόμισεν ὁ αὐτ. ἐν Μίν. 320Β· ταύτῃ ν. ὁ αὐτ. ἐν Σοφιστ. 265D· ἀκοῇ ν., ἀντίθ. τῷ πείρᾳ αἰσθάνεσθαι, Θουκ. 4. 81. 4) μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., νομίζω, θεωρῶ, φρονῶ, πιστεύω ὅτι..., πότερα νομίζεις δυστυχεῖν ἐμέ; Σοφ. Ο. Κ. 800, πρβλ. Ο. Τ. 549, Ξεν. Ἑλλ. 3. 4, 11· - ὡσαύτως ὡς τὸ δοκέω, μετ’ ἀπαρ. μέλλ., προσδοκῶ, περιμένω ὅτι..., Σοφ. Ο. Τ. 551, Αἴ. 1082 (ἰδὲ Ἕρμανν. 1061)· ἀλλὰ καὶ μετ’ ἀπαρ. ἀορ., τοὺς Θηβαίους... ἐνόμισαν κρατῆσαι Θουκ. 2. 3, πρβλ. 3. 24, Λυσ. 130. 20. 5) μετὰ μετοχ., νόμιζε... ἄνδρα ἀγαθὸν ἀποκτείνων Ξεν. Ἀν. 6. 6, 24. 6) Παθ. μετὰ γεν. τοῦ κτήτορος, τοῦ θεῶν νομίζεται; τίνος ἱερὸν θεωρεῖται ὅτι εἶναι; Σοφ. Ο. Κ. 38· οὐ τοῦ κρατοῦντος ἡ πόλις ν. ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 738. 7) ἀπολ., νομίζοντα λέγειν, λέγειν μετὰ πλήρους πεποιθήσεως, Πλάτ. Φαῖδρ. 257D. 8) συχνάζω, θαμίζω, φοιτῶ, μοιχὸν ν., (εἰ ἡ γραφὴ ὀρθή), Αἰσχύλ. Χο. 801· πρβλ. ἐνίζω. - Ἴδε καὶ Κόντον ἐν Ἀθηνᾶς τ. 4, σ. 30.

French (Bailly abrégé)

f. νομίσω, att. νομιῶ, ao. ἐνόμισα, pf. νενόμικα;
1 avoir en usage : βίον ἀργυροστερῆ ESCHL mener une vie de brigand ; avec l’inf., avoir l’habitude de : νομίζουσι Διῒ θυσίας ἔρδειν HDT ils ont coutume de faire des sacrifices à Zeus ; οὓς ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων XÉN ne reconnaissant pas les dieux que reconnaît l’État ; νομίζουσιν Αἰγύπτιοι οὐδ’ ἥρωσιν οὐδέν HDT les Égyptiens ne sont pas du tout habitués aux demi-dieux, càd la coutume de les honorer n’est pas admise chez eux ; ν. ἀγῶσι καὶ θυσίαις THC avoir l’habitude des jeux et des sacrifices ; οὔτε τούτοις χρῆται, οὔθ’ οἷς ἡ ἄλλη Ἑλλὰς νομίζει THC (aucun de vous) ne se conforme ni à ces usages, ni à ceux qu’admet le reste de la Grèce;
2 soumettre à des usages, à des coutumes, à des lois ; Pass. être administré par des lois ou être institué par l’usage ; νομίζεται, il est de règle;
3 tenir pour : ὡς νομίζεται ESCHL, οἷάπερ νομίζεται ESCHL ce que veut l’usage, ce qui est conservé par l’usage ; νομιζόμενος, η, ον passé dans l’usage, usuel, habituel ; τὰ νομιζόμενα ce qui est consacré par l’usage, particul. les honneurs dus aux morts ; admettre un usage, introduire une coutume : νομίζειν τι ἀπό τινος ou παρά τινος emprunter un usage à qqn ; ἀκοῇ νομίσαι THC penser pour l’avoir entendu dire ; τίς δ’ ἔσθ’ ὁ χῶρος ; τοῦ θεῶν νομίζεται ; SOPH quel est ce pays, à quel dieu admet-on qu’il est consacré ? avec deux acc. τοὺς κακοὺς ν. χρηστούς SOPH regarder les méchants comme bons ; Ἕλληνες ἤρξαντο νομισθῆναι HDT on commença à les prendre pour des Hellènes ; abs. tenir pour bon de, inf..
Étymologie: νόμος.

English (Slater)

νομίζω
   a practise ἱπποτροφίας τε νομίζων ἐν Πανελλάνων νόμῳ (sc. λτ;γτ;ενοκράτης) (I. 2.38)
   b worship Θεία, σέο ἕκατι καὶ μεγασθενῆ νόμισαν χρυσὸν ἄνθρωποι περιώσιον ἄλλων (I. 5.2)

English (Strong)

from νόμος; properly, to do by law (usage), i.e. to accustom (passively, be usual); by extension, to deem or regard: suppose, thing, be wont.

English (Thayer)

imperfect ἐνόμιζον; 1st aorist ἐνομισα; imperfect passive ἐνομιζομην; (νόμος); as in Greek authors from Aeschylus and Herodotus down;
1. to hold by custom or usage, own as a custom or usage; to follow custom or usage; passive νομίζεται it is the custom, it is the received usage: οὗ ἐνομίζετο προσευχή εἶναι, where according to custom was a place of prayer, L T Tr WH read οὗ ἐνομίζομεν προσευχήν εἶναι, where we supposed there was, etc.; cf. 2below), (to deem, think, suppose: followed by an infinitive, Acts 16:(18 (see 1above)), ὅτι, Winer's Grammar, § 56,1b.); ὡς ἐνομίζετο, as was accustomed to be supposed, ἡγέομαι, at the end.)

Greek Monolingual

(ΑΜ νομίζω) νόμος
1. θεωρώ ως..., υπολαμβάνω, εκλαμβάνω (α. «τον νόμιζα για φίλο» β. «τὸν προέχοντα ἔτεσι νόμιζε ὡς πατέρα», Πλάτ.
γ. «ἀδικεῑ Σωκράτης οὓς μὲν ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων, ἕτερα δὲ καινὰ δαιμόνια εἰσφέρων», Ξεν.)
2. έχω τη γνώμη, πιστεύω, φρονώ (α. «νομίζω ότι πρέπει να πας» β. «ἐποίει ἄλλα παρ' ἃ ἐνόμισεν», Πλάτ.)
3. προσδοκώ, έχω την αντίληψη και περιμένω (α. «νομίζει ότι θα τον προσλάβουν» β. «εἴ τοι νομίζεις ἄνδρα συγγενῆ κακῶς δρῶν οὐχ ὑφέξειν τὴν δίκην, οὐκ εὖ φρονεῑς», Σοφ.)
4. (η μτχ. παθ. παρακμ.) νενομισμένος, -η, -ο(ν)
καθιερωμένος από τον νόμο ή από το έθιμο
νεοελλ.
θεωρώ κάτι πιθανό, πιθανολογώνομίζω ότι θα έλθει»)
μσν.
1. αναγνωρίζω, ανακηρύσσω
2. μεσ. νομίζομαι
(με ενεργ. σημ.) φρονώ, πιστεύω
3. φρ. «νομίζω καθ' ἑαυτόν» — σκέπτομαι, μελετώ, σχεδιάζω
μσν.-αρχ.
(για νομοθέτη) θεσπίζω
αρχ.
1. τηρώ συνήθεια που έχει τη δύναμη του νόμου, αναγνωρίζω κάτι ως νόμο («τὴν δὲ πανήγυριν ταύτην ἐκ τοῦδε νομίσαι φασιν οἱ ἐπιχώριοι», Ηρόδ.)
2. έχω συνήθεια, συνηθίζωοὔτε τούτοις χρῆται, οὔθ' οἷς ἡ ἄλλη Ἑλλὰς νομίζει», Θουκ.)
3. (σχετικά με νόμισμα) μεταχειρίζομαι, χρησιμοποιώ («έν Βυζαντίοις, ὅπου σιδαρέοισι νομίσμασιν νομίζουσι», Πλάτ.)
4. υιοθετώ συνήθεια που παραλαμβάνω από άλλους («παρὰ δὲ Σκυθέων ἡμεῑς οἱ ἄλλοι νενομίκαμεν», Ηρόδ.)
5. έχω σε εκτίμηση, εκτιμώ («ἠπιστάμην μὲν οὖν ὅτι οὔτε θεοὺς οὔτ' ἀνθρώπους νομίζει», Λυσ.)
6. συχνάζω
7. (συχνά ως απρόσ.) νομίζεται
συνηθίζεται
8. παθ. κυβερνώμαι κατά παλαιούς νόμους ή παλαιά έθιμα
9. (το ουδ. πληθ. μτχ. μέσ. ενεστ. ως ουσ.) τὰ νομιζόμενα
τα έθιμα, οι συνήθειες
10. (το ουδ. μτχ. παθ. αορ. ως ουσ.) τo νομισθέν
το έθιμο, το σύνηθες, το συνηθισμένο
11. φρ. α) «νομίζω γλῶσσαν» ή «νομίζω φωνήν» — έχω σε κοινή χρήση μία γλώσσα
β) «νομίζοντα λέγειν» — μιλώντας με πλήρη πεποίθηση (Πλάτ.).

Greek Monotonic

νομίζω: (νόμος), Αττ. μέλ. νομιῶ, Ιων. αʹ πληθ. νομιοῦμεν· αόρ. αʹ ἐνόμισα, ποιητ. νόμισα, παρακ. νενόμικα — Παθ., μέλ. νομισθήσομαι, αόρ. αʹ ἐνομίσθην, παρακ. νενόμισμαι· γʹ ενικ. υπερσ. νενόμιστο·
I. 1. θεωρώ ή ακολουθώ ως έθιμο ή συνήθεια, τηρώ εθιμικά, σε Ηρόδ.· νομίζω γλῶσσαν, χρησιμοποιώ την κοινή γλώσσα, στον ίδ.· νομίζω οὔτεἀσπίδα οὔτε δόρυ, στον ίδ. — Παθ., είμαι συνηθισμένος, βρίσκομαι σε κοινή χρήση, σε Αισχύλ.· σωφροσύνη νενόμιστο, ήταν η κοινή αντίληψη, ήταν η γνώμη «του συρμού», σε Αριστοφ.· απρόσ., ὡς νομίζεται, όπως είναι το έθιμο, όπως συνηθίζεται, σε Τραγ.· μτχ. νομιζόμενος, , -ον, εθιμικός, συνήθης, σε Θουκ.· τὰ νομιζόμενα, έθιμα, συνήθειες, Λατ. instituta, σε Ηρόδ., Αττ.· τὰ νομισθέντα, σε Ευρ.
2. υιοθετώ έθιμο ή συνήθεια· Ἕλληνες ἀπ' Αἰγυπτίων ταῦτα νενομίκασι, σε Ηρόδ.
3. με δοτ., είμαι συνηθισμένος σε κάτι, συνηθίζω κάτι· νομίζουσιν Αἰγύπτιοι οὐδ' ἥρωσιν οὐδέν, δηλ. δεν έχουν τη συνήθεια να λατρεύουν τους ήρωες, στον ίδ.· απ' όπου, κάνω κοινή χρήση, χρησιμοποιώ, μεταχειρίζομαι· φωνῇ, σε Ηρόδ.· ἀγῶσι καὶ θυσίαις, σε Θουκ.
4. με απαρ., έχω ως έθιμο, έχω τη συνήθεια να κάνω κάτι, σε Ηρόδ. — Παθ. απρόσ., γυμνοὺς εἰσιέναι νομίζεται, συνηθίζεται σ' αυτούς να εισέρχονται γυμνοί, σε Αριστοφ.· νενόμισται καλέεσθαι, έχει καθιερωθεί να ονομάζεται, σε Ηρόδ.
5. Παθ., διοικούμαι και κυβερνώμαι σύμφωνα με παλαιούς νόμους και έθιμα, στον ίδ.
II. 1. εκλαμβάνω, αναγνωρίζω, θεωρώ· τοὺς κακοὺς χρηστοὺς νομίζειν, σε Σοφ.· νομίσαι χρὴ ταῦτα μυστήρια, σε Αριστοφ.· θεὸν νομίζω τινά, θεωρώ ή πιστεύω σε κάποιον θεό, σε Πλάτ., Ξεν.· απ' όπου, νομίζειν τούτους (θεούς), τους θεωρώ ως θεούς, σε Ηρόδ.· οὓς ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων, δεν πιστεύει στους θεούς στους οποίους πιστεύει η πολιτεία, σε Ξεν., Πλάτ.· αλλά, νομίζειν θεοὺς εἶναι, πιστεύω ότι υπάρχουν θεοί, σε Πλάτ.· θεοὺς νομίζειν οὐδαμοῦ, σε Αισχύλ.· ώστε, τα νομίζειν τοὺς θεούς και νομίζειν θεούς διαφέρουν, καθώς το ένα σημαίνει «πιστεύω σε συγκεκριμένους θεούς», ενώ το άλλο «πιστεύω στους θεούς γενικά», πρβλ. ἡγέομαι III. 2. Παθ., Ἕλληνες ἤρξαντο νομισθῆναι, οι Έλληνες να θεωρούνται, να νομίζονται ως..., σε Ηρόδ.
2. εκτιμώ, υπολήπτομαι, σε Πίνδ.· Παθ., με εκτιμούν, σε Πλάτ.
3. με αιτ. πράγμ., κρίνω, θεωρώ, πιστεύω, φρονώ, στον ίδ.
4. με αιτ. και απαρ., εκτιμώ, κρίνω, θεωρώ, πιστεύω ότι..., σε Σοφ., Ξεν.· επίσης, όπως το δοκέω, με απαρ. μέλ., προσδοκώ, περιμένω ότι..., σε Σοφ.
5. Παθ., με γεν. κτητική· τοῦ θεῶν νομίζεται; τίνος θεού ιερό θεωρείται ότι είναι;, στον ίδ.
6. απόλ., νομίζοντα λέγειν, μιλώ με πλήρη βεβαιότητα, με ασφαλή πίστη, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

νομίζω: (ион. fut. 1 л. pl. νομιεῦμεν)
1) иметь обычай (в обычае), (широко) практиковать: ἓν τόδε ἴδιον νενομίκασι Her. (ликийцы) имеют один следующий своеобразный обычай; ἀργυροστερῆ βίον ν. Aesch. заниматься грабежом, разбойничать; ν. ἐκκλησίαν Arst. решать вопросы в народном собрании; ὡς νομίζεται Aesch. как велит обычай; τὰ νομιζόμενα Her., Arph. etc. и τὰ νομισθέντα Eur. установленные обычаи или обряды, общепринятое;
2) употреблять, пользоваться, применять: (οὔτε ἀσπίδα οὔτε δόρυ ν. Her.): γλῶσσαν τὴν αὐτὴν ν. Hom. говорить на одном и том же языке; φωνῇ Σκυθικῇ ν. Her. говорить на скифском языке; ν. ὑσί Her. употреблять в пищу или для жертвоприношений свиней; σιδηρῷ σταθμῷ ν. Plat. пользоваться весовым железом (в качестве монеты);
3) перенимать в качестве обычая, усваивать, заимствовать (τι ἀπ᾽ Αἰγυπτίων или παρὰ Σκυθέων Her.);
4) уважать, почитать (τινὰ ὡς πατέρα, δίκην Plat.): ὅτ᾽ σωφροσύνη νενόμιστο Arph. (в древних Афинах), когда скромность была в почете; τὴν αὐθαδίαν κτῆμα ν. Soph. высоко ценить своеволие;
5) признавать, рассматривать, считать (Ἔρωτα θεόν Plat.): θεοὺς οὐ ν. Xen. не верить в богов; ἡ νομιζομένη πολιτεία Arst. то, что считается республиканским образом правления; ἀκοῇ ν. Thuc. судить понаслышке; Ἓλληνες ἤρξαντο νομισθῆναι Her. (пеласги) вначале принимались за эллинов; ἐνόμισαν ὅτι πλεῖον λήμψονται NT они думали, что получат больше; νόμιζε Xen. знай, имей в виду; νομίζων λέγει Plat. он говорит искренно (всерьез).

Middle Liddell

νόμος
I. to hold or own as a custom or usage, to use customarily, practise, Hdt.; ν. γλῶσσαν to have a language in common use, Hdt.; ν. οὔτε ἀσπίδα οὔτε δόρυ Hdt.:—Pass. to be the custom, be customary, Aesch.; σωφροσύνη νενόμιστο was the fashion, Ar.; —impers., ὡς νομίζεται as is the custom, Trag.:—part. νομιζόμενος, η, ον, customary, usual, Thuc.; τὰ νομιζόμενα customs, usages, Lat. instituta, Hdt., attic; τὰ νομισθέντα Eur.
2. to adopt a custom or usage, Ἕλληνες ἀπ' Αἰγυπτίων ταῦτα νενομίκασι Hdt.
3. c. dat. to be used to a thing, νομίζουσιν Αἰγύπτιοι οὐδ' ἥρωσιν οὐδέν, i. e. do not worship heroes, Hdt.: hence to make common use of, use, φωνῆι Hdt.; ἀγῶσι καὶ θυσίαις Thuc.
4. c. inf. to have a custom of doing, to be accustomed to do, Hdt.:—Pass. impers., γυμνοὺς εἰσιέναι νομίζεται it is customary for them… , Ar.; νενόμισται καλέεσθαι it has been usual to be called, Hdt.
5. Pass. to be ordered and governed after old laws and customs, Hdt.
II. to own, acknowledge, consider as, τοὺς κακοὺς χρηστοὺς ν. Soph.; νομίσαι χρὴ ταῦτα μυστήρια Ar.:— θεὸν ν. τινά to hold or believe in one as a god, Plat., Xen.:—hence, νομίζειν τούτους [θεούς] to believe in these [as gods], Hdt.; οὓς ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων not believing in the gods in which the State believes, Xen., Plat.: —but, νομίζειν θεοὺς εἶναι to believe that there are gods, Plat.; θεοὺς ν. οὐδαμοῦ Aesch.;—so that ν. τοὺς θεούς and ν. θεούς differ, the one being to believe in certain gods, the other to believe in gods generally, cf. ἡγέομαι III. 2 :—Pass., Ἕλληνες ἤρξαντο νομισθῆναι to be considered as… , Hdt.
2. to esteem or hold in honour, Pind.:—Pass. to be in esteem, Plat.
3. c. acc. rei, to deem, hold, believe, τι περί τινος Plat.
4. c. acc. et inf. to deem, hold, believe that, Soph., Xen.;—also, like δοκέω, c. inf. fut. to expect that… , Soph.
5. Pass., with gen. of the person in possession, τοῦ θεῶν νομίζεται; whose sanctuary is it held to be? Soph.
6. absol., νομίζοντα λέγειν to speak with full belief, Plat.