ὑποτρώγω: Difference between revisions
ἄμμες δὲ γ' ἐσσόμεσθα πολλῷ κάρρονες → and we shall be better by far | we shall be sometime mightier men by far than both | sometime we shall become much better than you | so we shall be, and braver far
m (LSJ1 replacement) |
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(mltxt.*?)ῑ(.*?\n\}\})" to "$1ῖ$2") |
||
Line 23: | Line 23: | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=Α [[τρώγω]]<br /><b>1.</b> [[τρώω]] λίγο λίγο πίνοντας [[κρασί]] ή [[άλλο]] [[ποτό]] («πίνοντα γλυκὺν [[οἶνον]], ὑποτρώγοντ' ἐρέβινθον», <b>Ξεν.</b>)<br /><b>2.</b> [[τρώω]] [[πριν]] από το κύριο [[γεύμα]] («[[κρόμμυον]] ὑποτρώγειν», <b>Ξεν.</b>)<br /><b>3.</b> [[φθείρω]] [[αποκάτω]], [[προκαλώ]] [[διάβρωση]] ( | |mltxt=Α [[τρώγω]]<br /><b>1.</b> [[τρώω]] λίγο λίγο πίνοντας [[κρασί]] ή [[άλλο]] [[ποτό]] («πίνοντα γλυκὺν [[οἶνον]], ὑποτρώγοντ' ἐρέβινθον», <b>Ξεν.</b>)<br /><b>2.</b> [[τρώω]] [[πριν]] από το κύριο [[γεύμα]] («[[κρόμμυον]] ὑποτρώγειν», <b>Ξεν.</b>)<br /><b>3.</b> [[φθείρω]] [[αποκάτω]], [[προκαλώ]] [[διάβρωση]] («τοῖχον ὑποτρώγων [[ἡσύχιος]] [[ποταμός]]», <b>Καλλ.</b>). | ||
}} | }} | ||
{{lsm | {{lsm |
Latest revision as of 14:55, 6 February 2024
English (LSJ)
A eat with other things, Xenoph.22.3.
II eat by way of preparation, X.Smp.4.9.
III metaph., eat away from below, τοῖχον ὑ. ποταμός Call.Epigr.45.4.
French (Bailly abrégé)
1 manger en outre;
2 manger pour s'ouvrir l'appétit;
3 fig. ronger en dessous en parl. d'un fleuve.
Étymologie: ὑπό, τρώγω.
German (Pape)
(τρώγω), darunter od. dazu essen, Xenophan. bei Ath. II.54e; heimlich oder vorher essen, Xen. Symp. 4.9; – auch ποταμὸς τοῖχον ὑποτρώγει, von unten, allmälig benagen, unterspülen, Callim. 6 (XII.139).
Russian (Dvoretsky)
ὑποτρώγω:
1 закусывать вначале, предварительно съедать (κρόμμυον Xen.);
2 (о реке), подмывать, подрывать, (τοῖχον Anth.).
Greek (Liddell-Scott)
ὑποτρώγω: μέλλ. -ξομαι, τρώγω τι ὡς τράγημα ἐν ᾧ πίνω, πίνοντα γλυκὺν οἶνον, ὑποτρώγοντ’ ἐρέβινθον Ξενοφάνης παρ’ Ἀθην. 54Ε. ΙΙ. τρώγω προκαταρκτικῶς, προπαρασκευαστικῶς, Ξεν. Συμπ. 4. 9. ΙΙΙ. μεταφορ., τρώγω, φθείρω κάτωθεν, ὡς ὁ ποταμὸς τὰς ὄχθας του, Καλλ. Ἐπιγρ. 45. 4.
Greek Monolingual
Α τρώγω
1. τρώω λίγο λίγο πίνοντας κρασί ή άλλο ποτό («πίνοντα γλυκὺν οἶνον, ὑποτρώγοντ' ἐρέβινθον», Ξεν.)
2. τρώω πριν από το κύριο γεύμα («κρόμμυον ὑποτρώγειν», Ξεν.)
3. φθείρω αποκάτω, προκαλώ διάβρωση («τοῖχον ὑποτρώγων ἡσύχιος ποταμός», Καλλ.).
Greek Monotonic
ὑποτρώγω: μέλ. -ξομαι, αόρ. βʹ ὑπ-έτρᾰγον· τρώω προκαταρκτικά (σαν ορεκτικό), σε Ξεν.
Middle Liddell
fut. ξομαι aor2 ὑπ-έτρᾰγον
to eat by way of preparation, Xen.