μάταν: Difference between revisions
From LSJ
Φίλιππον ἐπιστῆσαι τοῖς πράγμασι τούτοις → let Philip have a hand in the business, surrender control to Philip
m (Text replacement - "————————" to "<br />") |
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)<b class="b3">(\w+)<\/b>" to "$1") |
||
Line 8: | Line 8: | ||
|Transliteration C=matan | |Transliteration C=matan | ||
|Beta Code=ma/tan | |Beta Code=ma/tan | ||
|Definition=Adv., Dor. for | |Definition=Adv., Dor. for [[μάτην]]. <span class="sense"> <span class="bld">II</span> μάταν· <span class=foreign>ἡ λύγξ, ἔνιοι δὲ ματακὸς ἢ ματακόν, Hsch. μάταξα, ἡ, <span class="sense"><p> <span class="bld">A</span> v. [[μέταξα]]. μάταρος· <b class="b3">στέφανος μεμαρασμένος</b>, Id. (fort. [[μαδαρός]]).</span> | ||
}} | }} | ||
{{ls | {{ls |
Revision as of 09:15, 8 July 2020
English (LSJ)
Adv., Dor. for μάτην.
II μάταν· ἡ λύγξ, ἔνιοι δὲ ματακὸς ἢ ματακόν, Hsch. μάταξα, ἡ,A v. μέταξα. μάταρος· στέφανος μεμαρασμένος, Id. (fort. μαδαρός).
Greek (Liddell-Scott)
μάταν: ἐπίρρ., Δωρ. ἀντὶ τοῦ μάτην, Πίνδ., Τραγ.
English (Slater)
μᾰτᾱν
1 to no purpose τά κέ τις ἀνώνυμον γῆρας ἕψοι μάταν; (O. 1.83)
Greek Monolingual
(I)
μάταν (Α)
(δωρ.τ.) βλ. μάτην.
(II)
μάταν (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «ἡ λύγξ, ἔνιοι δὲ ματακὸς ἢ ματακόν».
Greek Monotonic
μάταν: Δωρ. αντί μάτην.
Russian (Dvoretsky)
μάτᾱν: (μᾰ) adv. дор. = μάτην.