εἰσκωμάζω: Difference between revisions

From LSJ

οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἀλλ' ἐν τῷ εὖ τὸ πολύgood is not found in plenty but plenty in good, quality matters more than quantity

Source
m (Text replacement - "   <span class="bld">" to "<span class="bld">")
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(:''') ([\p{Cyrillic}\s]+) ([a-zA-Z:\(])" to "$1 $2 $3")
Line 26: Line 26:
}}
}}
{{elru
{{elru
|elrutext='''εἰσκωμάζω:''' врываться в разгульном виде (τινί Luc.).
|elrutext='''εἰσκωμάζω:''' [[врываться в разгульном виде]] (τινί Luc.).
}}
}}

Revision as of 12:55, 20 August 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: εἰσκωμάζω Medium diacritics: εἰσκωμάζω Low diacritics: εισκωμάζω Capitals: ΕΙΣΚΩΜΑΖΩ
Transliteration A: eiskōmázō Transliteration B: eiskōmazō Transliteration C: eiskomazo Beta Code: ei)skwma/zw

English (LSJ)

(κῶμος) A burst in like a party of revellers: generally, burst in upon, τινί Luc.Lex.9; εἰς τὴν πόλιν Aristid. Or.51(27).30: c. acc. loci, Lyc.1355 : metaph., εἰσεκώμασεν ὁ ἄργυρος silver came romping in, Ath.6.231e.

German (Pape)

[Seite 744] im Festaufzuge (κῶμος), lustig, lärmend einziehen, mit Ungestüm eindringen; αὐτεπάγγελτοι Luc. Lexiph. 9; übertr., ἄργυρος Ath. VI, 231 e; Sp.

Greek (Liddell-Scott)

εἰσκωμάζω: μέλλ. -άσω, εἰσέρχομαι ἢ εἰσορμῶ θορυβωδῶς ὡς θίασος κωμαζόντων (ἴδε κῶμοςκαθόλου, εἰσορμῶ ἐξαίφνης, εἰσεκώμασαν ἡμῖν αὐτεπάγγελτοι Λουκ. Λεξιφ. 9· εἰς τόπον Ἀριστείδ. 1. 353· μετ’ αἰτ. τόπου, Λυκόφρ. 1355· μεταφ., εἰσεκώμασεν ὁ ἄργυρος, εἰσῆλθον χρήματα ἐν ἀφθονίᾳ, Ἀθήν. 231Ε.

French (Bailly abrégé)

seul. ao. εἰσεκώμασα;
entrer ou se précipiter comme un homme ivre.
Étymologie: εἰς, κωμάζω.

Spanish (DGE)

c. suj de pers. irrumpir, entrar de improviso como un grupo de comastas, c. ac. κίρκοι ... Ἄγυλλαν Αὐσονῖτιν εἰσεκώμασαν Lyc.1355, c. εἰς y ac. εἰς τὴν πόλιν Aristid.Or.51.30, c. dat. εἰσεκώμασαν ἡμῖν se nos presentaron de improviso Luc.Lex.9
fig. c. suj. de cosa o abstr. εἰσεκώμασε δὲ καὶ ὁ ἄργυρος Ath.231e, ἡ τῶν ἀτόμων ... δόξα Phlp.in GC 157.21, μαργαρίτης ... τῇ γυναικωνίτιδι Clem.Al.Paed.2.12.118, ἥ τε πλεονεξία ... τῇ ἀνθρωπίνῃ ζωῇ Gr.Nyss.Mort.59.3, αἰχμαλωσία ... εἰς τὴν οἰκίαν Chrys.Iob 1.26, ἡ αἵρεσις Thdt.Ep.Sirm.147 (p.202.7).

Greek Monolingual

εἰσκωμάζω (Α)
εισέρχομαι θορυβωδώς ως θίασος κωμαζόντων, εισορμώ ξαφνικά.

Russian (Dvoretsky)

εἰσκωμάζω: врываться в разгульном виде (τινί Luc.).