γενέτειρα: Difference between revisions

From LSJ

τὸν καπνὸν φεύγων εἰς τὸ πῦρ ἐνέπεσεν → out of the frying pan into the fire, from the frying pan into the fire

Source
(CSV import)
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(elnltext.*?\]) ([a-zA-Z' ]+)(\.)\n" to "$1 $2$3 ")
Line 17: Line 17:
}}
}}
{{elnl
{{elnl
|elnltext=[[γενέτειρα]] -ας, ἡ [~ [[γενετήρ]] moeder.
|elnltext=[[γενέτειρα]] -ας, ἡ [~ [[γενετήρ]] [[moeder]].
}}
}}
{{elru
{{elru

Revision as of 13:46, 29 November 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: γενέτειρα Medium diacritics: γενέτειρα Low diacritics: γενέτειρα Capitals: ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ
Transliteration A: genéteira Transliteration B: geneteira Transliteration C: geneteira Beta Code: gene/teira

English (LSJ)

fem. of γενετήρ, A mother, Pi.N.7.2, CIG4132 (Galatia); late Prose, τροφὸς πάντων καὶ γ. ἡ γῆ Artem.1.79; ἀλήθεια γ. Plot.5.8.4. II daughter, Euph.84.4.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ
• Alolema(s): jón. γενετείρη Euph.20.4; γενέταιρα Gonnoi 169, 170, 171 (todas II a.C.)
1 epít. de diosas y personif. que favorece el nacimiento, creadora de Ilitía γ. τέκνων Pi.N.7.2, de Afrodita IAphrodisias 54.1 (I d.C.), de Ártemis Gonnoi 168 (III a.C.), ll.cc., Νύξ θεῶν γ. Orph.H.3.1, cf. 29.6, τροφὸς πάντων καὶ γ. ἡ γῆ Artem.1.79, cf. Philostr.Im.1.10.3
madre, progenitora, GVI 786.7 (Galacia II/ III d.C.)
fig. ἀλήθεια δὲ αὐτοῖς (θεοῖς) γ. καὶ τροφός Plot.5.8.4, en un acertijo (γλῶσσα) γ. τοῦ εἶναι c. ref. al Nilo, Horap.1.21.
2 hija Ἀσώπου γ. de Nemea, Euph.l.c., cf. γενέτης I 4.

German (Pape)

[Seite 482] ἡ, Erzeugerin, Pind. N. 7, 2 u. sp. D. Bei Euphor. frg. 47 die Erzeugte, die Tochter.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γενέτειρα -ας, ἡ [~ γενετήρ moeder.

Russian (Dvoretsky)

γενέτειρα:родительница, мать Pind.

Greek (Liddell-Scott)

γενέτειρα: θηλ. τοῦ γενετήρ, μήτηρ, Πίνδ. Ν. 7. 3, Συλλ. Ἐπιγρ. 4132, 4735· πρβλ, γένεσις VIII. II. θυγάτηρ, Εὐφορ. 47, ἴδε Meineke σ. 112.

English (Slater)

γενέτειρα f. adj.
1 birthgiver c. gen. Ἐλείθυια γενέτειρα τέκνων (N. 7.2)

Greek Monolingual

η (AM γενέτειρα)
(θηλ. του γενετήρ) η μητέρα
νεοελλ.
η ιδιαίτερη πατρίδα κάποιου
αρχ.
1. δημιουργόςἀλήθεια γενέτειρα», Πλωτ.)
2. η θυγατέρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γενε-τειρα < γενε-τερ-
από τη δισύλλαβη μορφή γενε- (< γεν∂-) της ρ. γεν- του γίγνομαι].

Mantoulidis Etymological

(=γεννήτρια). Ἀπό τό γίγνομαι, ὅπου δές γιά περισσότερα παράγωγα.

Léxico de magia

madre de Hécate ἐπικαλοῦμαί σε, τῶν πάντων ἀνθρώπων γενέτειρα te invoco a ti, madre de todos los hombres P III 44 de Hécate-Selene θεῶν γ. καὶ ἀνδρῶν καὶ Φύσι παμμήτωρ madre de dioses y hombres, Naturaleza madre de todo P IV 2833 P IV 2916