Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δημιουργός

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: δημιουργός Medium diacritics: δημιουργός Low diacritics: δημιουργός Capitals: ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ
Transliteration A: dēmiourgós Transliteration B: dēmiourgos Transliteration C: dimiourgos Beta Code: dhmiourgo/s

English (LSJ)

Ep. δημιοεργός (also Hdt.7.31 codd.), ὁ,

   A one who works for the people, skilled workman, handicraftsman (opp. ἰδιώτης, Pl. Plt.298c, Prt.327c, Ion531c), Od.17.383, 19.135; ἐχάλκευσε ξίφος… Αιδης δ. ἄγριος S.Aj.1035; of medical practitioners, Hp.VM1, Pl.Smp. 186d; but opp. scientific physicians (ἀρχιτεκτονικοί), Arist.Pol.1282a3; of sculptors, Pl.R.529e; of confectioners and cooks, Hdt.7.31, Men.518.12 (fem.), Antiph.225, Alexandr.Com.3; μέλιτος δ., of the bee, Jul.Or.8.241a; οἱ δ. the artisan class at Athens, Arist.Ath.13.2, Plu.Thes.25; opp. πολιτικοί, Pl.Ap.23e; δαμιουργοί, = πόρναι, Hsch.    2 metaph., maker, ἡ μαντικὴ φιλίας θεῶν καὶ ἀνθρώπων δ. Pl.Smp.188d; νόμων, πολιτείας, Arist.Pol.1273b32; λόγων Aeschin. 3.215; δ. κακῶν author of ill, E.Fr.1059.7; πειθοῦς δ. ἡ ῥητορική Pl. Grg.453a; ἀρετῆς Id.R.500d, Arist.Pol.1329a21; ἐναργείας Demetr. Eloc.215; ὄρθρος δημιοεργός morn that calls man to work, h.Merc. 98.    3 creator, producer, νυκτός τε καὶ ἡμέρας Pl.Ti.40c; οὐρανοῦ Id.R.530a; esp. in later philosophy, the Creator of the visible world, Demiurge, [Philol.]21, Hp.Ep.23, Ph.1.632, etc.; ὁ νοῦς ἀπεκύησε ἕτερον νοῦν δ. Corp.Herm.1.9; also name for μονάς, Theol.Ar.5.24: as Adj., δ. λόγος creative reason, Syrian.in Metaph.7.27.    II in many Greek states, title of a magistrate, Th.5.47 (Mantinea), Epist. Philipp. ap. D.18.157 (Peloponnesus), Plb.23.5.16 (Achaean League), etc.:—Dor. δαμιωργός, IG12(3).174 (Astypalaea); δαμιουργός, ib. 4.679 (Hermione); δαμιοργός, ib.5(1).1390.116 (Andania, i B. C.); δαμιεργός, ib.12(3).168 (Astypalaea):—Ion. δημιοργός, ib.12(7).241 (Amorgos), Michel368.1 (Samos).—In Arist.Pol.1275b29 there is a play upon the double meaning.    III as a priestly title, δ. θεᾶς Ῥώμης BGU937.9 (iii A. D.).

German (Pape)

[Seite 562] ep. u. ion. δημιοεργός, von δήμιος und ἔργον, ἔρδω, mit Digamma, δημιοFεργός, vgl. ὀβριμοεργός, ἐντεσιεργός: Einer der öffentliche , dem ganzen Volke nützliche Geschäfte treibt. Bei Homer zweimal, Versausgang οἳ δημιοεργοὶ ἔασιν: Odyss. 17, 383 werden als solche genannt μάντις, ἰητὴρ κακῶν, τέκτων δούρων, θέσπις ἀοιδός, Odyss. 19, 135 κήρυκες. – Folgende: Handwerker, Is. 6, 33; Kuchenbäcker, Her. 7, 31; vgl. Ath. IV, 172 a, ἡ δημ., mit Bspln aus Men. u. Antiphan. l so nach Poll. 3, 41, Et. M. u. Ael. Dion. bei Eust. eigtl. attisch; ὑποδημάιων Plat. Gorg. 467 d; Aerzte, Gorg. 455 b Conv. 186 d, τέχνης Aesch. 1, 97; Kunstverständiger, Ggstz ἰδιώτης, Plat. Polit. 298 c Ion 531 c. Bildhauer, Rep. VII, 529 e. Uebh. Verfertiger von etwas, Soph. Ai. 1014; λόγων Aesch. 3, 215; πειθοῦς δ. ἡ ῥητορική Plat. Gorg. 453 ai ὠφελείας Charm. 175 a; σοφίας Theag. 125 a u. öfter; ἀρετῆς Arist. pol. 7, 8; Schöpfer, θεὸς κόσμου δ. Xen. Mem. 1, 4, 7; Luc. Nigr. 22; vgl. Cic. N. D. 1, 8. – Bei den Peloponnesiern u. Doriern die höchste obrigkeitliche Person, Thuc. 5, 47; Dem. 18, 157; Pol. 24, 5; vgl. Müller's Dorier II, S. 241; δαμιωργός, Inscr. 4.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
I. qui travaille pour le public :
1 dans Homère tout homme qui exerce une profession (devin, médecin, ouvrier);
2 postér. tout homme qui exerce une profession manuelle ; abs. οἱ δημιουργοί, la classe des artisans, à Athènes;
3 p. ext. celui qui produit, qui crée en gén. ; en parl. de la divinité le créateur du monde;
II. démiurge, premier magistrat des États doriens.
Étymologie: δήμιος, ἔργον.

English (Strong)

from δῆμος and ἔργον; a worker for the people, i.e. mechanic (spoken of the Creator): maker.

English (Thayer)

δημιουργου, ὁ (δήμιος, public, belonging to the people, and ἘΡΓΩ; cf. ἱερουργός, ἀμπελουργός, etc.), often in Greek writers from Homer down;
a. properly, a workman for the public.
b. universally, the author of any work, an artisan, framer, builder: τεχνιτεσς καί δημιουργός, Xenophon, mem. 1,4, 7 (cf. 9) σοφοῦ τίνος δημιουργου τέχνημα. God is called ὁ τοῦ οὐρανοῦ δημιουργός in Plato, rep. 7, p. 530a.; ὁ δημιουργός τῶν ὅλων in Josephus, Antiquities 1,7, 1, and often in ecclesiastical writers from Clement of Rome, 1 Corinthians 20,11 [ET]; 26,1 [ET]; 33,2 [ET] on; (cf. Philo, de mut. nom. § 4; de opif. mund., Muller, edition, p. 133; Piper, Einl. in monument. Theol. § 26; Sophocles' Lexicon, under the word). In the Scriptures, besides, only in κακῶν δημιουργός). (Cf. Trench, § cv.)

Greek Monolingual

ό (AM δημιουργός, -όν
Α και δαμιοργός)
1. αυτός που δημιουργεί, παράγει κάτι, ο γενεσιουργός
(α. «δεινός δημιουργός λόγων», Αισχ. β. «ἡταν δημιουργός πολλών έργων»)
2. αυτός που προκαλεί ή προκάλεσε κάτι, ο οποίος είναι ο αίτιος κάποιου αποτελέσματος ή καταστάσεως
3. (για τον Θεό) ο πλάστης, ο ποιητής του κόσμου
αρχ.
1. αυτός που ασχολείται με έργο ωφέλιμο για τον δήμο, τον λαό, ο κοινωφελής (π.χ. στην Οδ. οι: μάντης, γιατρός, αοιδός, κήρυκας)
2. αυτός που χρησιμοποιεί κάποια τέχνη, ο έμπειρος τεχνίτης («υπό Δαιδάλου ή τίνος άλλου δημιουργού ή γραφέως», Πλάτ.)
3. ως ουσ. ο πρακτικός γιατρός
4. παραγωγικός, δημιουργικός
5. σε μερικές ελληνικές πόλεις τίτλος του ανώτατου άρχοντα
6. τίτλος ιερέως («δημιουργός θεᾱς Ρώμης»)
7. οι δημιουργοί
η τάξη τών τεχνιτών στην Αθήνα
8. αι δαμιουργοί
οι πόρνες (Ησύχ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < δήμιος + Foργός, ετεροιωμένη βαθμίδα του -Fεργός < έργον. Η λ. δημιουργός είχε κατά την αρχαιότητα δύο διαφορετικές σημασίες. Αφενός μεν δήλωνε τον τεχνίτη, αυτόν που χρησιμοποιεί κάποια τέχνη, πράγμα που θεωρούνταν κάπως ταπεινωτικό και υποτιμητικό, γι' αυτό και γρήγορα η λ. με αυτήν τη σημασία αντικαταστάθηκε από το βάναυσος «χειρώνακτας», αφετέρου δε δήλωνε τον ανώτατο άρχοντα σε μερικές ελληνικές πόλεις. Ως προς τη σημ. «έμπειρος τεχνίτης» η λ. ερμηνεύθηκε ως «αυτός που κάνει πράγμα τα που αφορούν στο σύνολο του λαού», ενώ για τη δεύτερη σημ. «αυτός που ασχολείται με λαϊκές υποθέσεις, που τίς διευθετεί, ο κοινωφελής». Εξάλλου με βάση το μυκην. damo, το οποίο ήταν ο δήμος ή η κοινότητα η οποία ανέθετε κοινοτικές γαίες προς καλλιέργεια, ερμηνεύθηκε ο δημιουργός ως «αυτός που εργάζεται στις κοινοτικές γαίες», δεδομένου ότι οι τεχνίτες αναφέρονται στις επιγραφές ως εκμισθωτές τών γαιών].

Greek Monotonic

δημιουργός: Επικ. δημιο-εργός, , (*ἔργω
I. 1. αυτός που εργάζεται για το λαό, ο επιδέξιος τεχνίτης, χειροτέχνης, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.· λέγεται για τους πρακτικούς θεραπευτές, σε Πλάτ.· λέγεται για τους γλύπτες, αγαλματοποιούς, στον ίδ.· γενικά, αυτός που φτιάχνει, ποιητής λόγων, σε Αισχίν.· πειθοῦς δημιουργὸς ἡ ῥητορική, σε Πλάτ.· μεταφ., ὄρθρος δημιοεργός, η αυγή που καλεί τον άνθρωπο να δουλέψει, σε Ομηρ. Ύμν.
2. Ποιητής, Δημιουργός του κόσμου, σε Ξεν., Πλάτ.
II. σε μερικές πόλεις της Πελοποννήσου, ανώτατο πολιτικό πρόσωπο, σε Θουκ., Δημ.

Russian (Dvoretsky)

δημιουργός: эп.-ион. δημιο-εργός ὁ
1) мастер, знаток, специалист (οἱ δημιοεργοὶ - μάντις ἢ ἰητὴρ κακῶν ἢ τέκτων δούρων ἢ καὶ θέσπις ἀοιδός Hom.; σοφίας Plat.; ἀρετῆς Arst.);
2) ремесленник, мастеровой (ἄνδρες δημιοεργοὶ μέλι ἐκ πυροῦ ποιεῦσι Her.; δημιουργοὶ οἷον ὑφάντης καὶ ναυπηγός Arst.; ὀψοποιοὶ καὶ δημιουργοί Plut.): πρῶτος ἀποκρίνας χωρὶς εὀπατρίδας καὶ γεωμόρους καὶ δημιουργούς Arst. ap. Plut. (Тесей), впервые обособивший (сословия) родовой знати, земледельцев и ремесленников; ὄρθρος δ. Hes. восход, зовущий к труду;
3) создатель, творец (λόγων Aeschin.; νυκτός τε καὶ ἡμέρας Plat.; νόμων Arst.; ποιημάτων Plut.; πόλις, ἧς τεχνίτης καὶ δ. ὁ θεός NT);
4) виновник, зачинщик (κακῶν Eur.);
5) (в дор. государствах - высшее должностное лицо) демиург (οἱ ἐν Ἥλιδι δημιουργοί Thuc.; οἱ δημιουργοὶ τῶν Ἀχαιῶν Polyb.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δημιουργός -οῦ, ὁ [δῆμος, ἔργον] iemand die werkt in het belang van het volk werker voor de gemeenschap, spec. zanger, arts, ziener, heraut:; τῶν οἳ δημιοεργοὶ ἔασι, μάντιν ἢ ἰητῆρα... ἢ καὶ θέσπιν ἀοιδόν iemand van hen die voor de gemeenschap werken: een ziener of een arts, of ook een goddelijke zanger Od. 17.382; κηρύκων, οἳ δημιοεργοὶ ἔασιν herauten, die werken voor de gemeenschap Od. 19.135; vakman, specialist; οἱ ἀγαθοί... δημιουργοί de goede professionele artsen Hp. VM 1; ἄνδρες δημιοεργοὶ μέλι... ποιεῦσι vakmensen maken honing Hdt. 7.31; handwerksman, beroepsarbeider:. οἱ δημιουργοὶ καὶ οἱ πολιτικοί de handwerkslieden en de staatslieden Plat. Ap. 23e; οἱ δημιουργοί de handwerkslieden, derde klasse in Athene Plut. Thes. 25.2. producent, schepper:; ὁ γεννήσας πατὴρ καὶ δημιουργός de vader en schepper die het heeft voortgebracht Philol. Β 21; δ. νυκτός τε καὶ ἡμέρας de maker van dag en nacht Plat. Tim. 40c; τοῦ οὐρανοῦ δ. de schepper van de hemel Plat. Resp. 530a; νόμων... δημιουργοί makers van wetten Aristot. Pol. 1273b32; overdr..; πειθοῦς δημιουργός ἐστιν ἡ ῥητορική retorica is de producent van overtuiging Plat. Grg. 453a; in latere fil. de Demiurg (scheppende godheid). demiourgos, demiurg naam van hoge ambtenaar in enkele Griekse steden.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: handicraftsman (Att.), δημιοεργός (Od., Hdt.). On the meaning Bader, Composés du type Demioergos. Originally a creator, it designated in the Dorian world a magistrate. Also Palmer, Trans. Philol. Soc. 1954, 18-53.
Dialectal forms: δημιοργός (Ion.), δαμιοργός (Dor., NWGr., Arc., Boeot.), δαμιωργός (Astypal.), δαμιεργός (Astypal., Nisyr.) name of an official.
Derivatives: δημιουργίς, δημιούργιον, δημιουργία, δημιουργικός, δημιουργεῖον; δημιουργέω with δημιούργημα.
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [175] *deh₂-mo- people
Etymology: From *δημιο-Ϝεργός, from δήμια ἔργα with verbal reinterpretation of the second member after the types ψυχο-πομπός; partly from -Ϝοργός. - Further s. δῆμος.

Middle Liddell

[*ἔργω
I. one who works for the people, a skilled workman, handicraftsman, Od., etc.; of medical practitioners, Plat.; of sculptors, Plat.:—generally, a framer, maker; λόγων Aeschin.; πειθοῦς δημιουργὸς ἡ ῥητορική Plat.: metaph., ὄρθρος δημιοεργός morn that calls man to work, Hhymn.
2. the Maker of the world, Xen., Plat.
II. in some Peloponnesian states, the name of a magistrate, Thuc., Dem.

Frisk Etymology German

δημιουργός: (att.),
{dēmiourgós}
Forms: δημιοεργός (Od., Hdt.)
Grammar: m.
Meaning: Handwerker;
Derivative: daneben δημιοργός (ion.), δαμιοργός (dor., nwgr., ark., böot.), δαμιωργός (Astypal.), δαμιεργός (Astypal., Nisyr.) Bez. eines Beamten. — Mehrere Ableitungen, u. zw. in beiden Bedeutungen : δημιουργίς, δημιούργιον, δημιουργία, δημιουργικός, δημιουργεῖον; δημιουργέω mit δημιούργημα.
Etymology : Aus *δημιοϝεργός, Zusammenbildung aus δήμια ἔργα mit verbaler Umdeutung des Hinterglieds nach dem Typus ψυχοπομπός; daher ist auch für gewisse Dialekte als Hinterglied ein analogisch entstandenes -ϝοργός möglich; zum Lautlichen sonst Schwyzer 252f. — Weiteres s. δῆμος.
Page 1,380

Chinese

原文音譯:dhmiourgÒj 得米-烏而哥士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:公眾-行為(者)
字義溯源:民眾服務者,製造者,工匠,建造;由(δῆμος)=公眾)與(ἔργον)=行為)組成;其中 (δῆμος)出自(δέω)*=捆綁),而 (ἔργον)出自(ἔργον)X*=工作)
出現次數:總共(1);來(1)
譯字彙編
1) 建造者(1) 來11:10