ῥοθέω: Difference between revisions
διὰ λαμπροτάτου βαίνοντες ἁβρῶς αἰθέρος → passing lightly through clear-shining air (Euripides, Medea 829)
(6_1) |
(Bailly1_4) |
||
Line 15: | Line 15: | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''ῥοθέω''': ([[ῥόθος]]) [[παράγω]] ῥόθον, βοήν, οἵα γίνεται ὑπὸ τῶν κυμάτων ἢ τῆς εἰρεσίας, [[ἐντεῦθεν]] ἐπὶ τοῦ ῥόθου τοῦ [[πυρός]], ἐν ῥοθοῦντι κριβάνῳ Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 321. 2) ἐπὶ παντὸς συγκεχυμένου θορύβου, [[ταῦτα]]…ἐρρόθουν ἐμοί, [[ταῦτα]] ἐφλυάρουν [[ἐναντίον]] μου, Σοφ. Ἀντ. 290· λόγοι..ἐρρόθουν κακοί, ὑπῆρχε [[θόρυβος]] λόγων ὀργίλων, [[αὐτόθι]] 259. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «ῥοθεῖν· ὁρμᾶν. τρέχειν, λέγειν, διώκειν». | |lstext='''ῥοθέω''': ([[ῥόθος]]) [[παράγω]] ῥόθον, βοήν, οἵα γίνεται ὑπὸ τῶν κυμάτων ἢ τῆς εἰρεσίας, [[ἐντεῦθεν]] ἐπὶ τοῦ ῥόθου τοῦ [[πυρός]], ἐν ῥοθοῦντι κριβάνῳ Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 321. 2) ἐπὶ παντὸς συγκεχυμένου θορύβου, [[ταῦτα]]…ἐρρόθουν ἐμοί, [[ταῦτα]] ἐφλυάρουν [[ἐναντίον]] μου, Σοφ. Ἀντ. 290· λόγοι..ἐρρόθουν κακοί, ὑπῆρχε [[θόρυβος]] λόγων ὀργίλων, [[αὐτόθι]] 259. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «ῥοθεῖν· ὁρμᾶν. τρέχειν, λέγειν, διώκειν». | ||
}} | |||
{{bailly | |||
|btext=-ῶ :<br />gronder comme les vagues ; τινι, gronder <i>ou</i> murmurer contre qqn.<br />'''Étymologie:''' [[ῥόθος]]. | |||
}} | }} |
Revision as of 20:09, 9 August 2017
English (LSJ)
(ῥόθος)
A make a rushing noise: hence, of a roaring fire, ἐν ῥοθοῦντι κριβάνῳ A.Fr.309. 2 of any confused noise, ταῦτα . . ἐρρόθουν ἐμοί such clamours they raised against me, S.Ant.290; λόγοι . . ἐρρόθουν κακοί there was a noise of angry words, ib.259.
German (Pape)
[Seite 847] rauschen, brausen, lärmen; eigtl. von anprallenden Wellen, Ruderschlägen, u. übertr., λόγοι δ' ἐν ἀλλήλοισιν ἐῤῥόθουν κακοί, Soph. Ant. 259; – c. acc., ῥοθεῖν τινί τι, Einem Etwas mit lautem Unwillen zurufen, entgegenmurren, ταῦτα καὶ πάλαι πόλεως ἄνδρες μόλις φέροντες ἐῤῥόθο υν ἐμοί, Soph. Ant. 290, wo der acc. aber wohl von φέροντες abhängt.
Greek (Liddell-Scott)
ῥοθέω: (ῥόθος) παράγω ῥόθον, βοήν, οἵα γίνεται ὑπὸ τῶν κυμάτων ἢ τῆς εἰρεσίας, ἐντεῦθεν ἐπὶ τοῦ ῥόθου τοῦ πυρός, ἐν ῥοθοῦντι κριβάνῳ Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 321. 2) ἐπὶ παντὸς συγκεχυμένου θορύβου, ταῦτα…ἐρρόθουν ἐμοί, ταῦτα ἐφλυάρουν ἐναντίον μου, Σοφ. Ἀντ. 290· λόγοι..ἐρρόθουν κακοί, ὑπῆρχε θόρυβος λόγων ὀργίλων, αὐτόθι 259. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «ῥοθεῖν· ὁρμᾶν. τρέχειν, λέγειν, διώκειν».
French (Bailly abrégé)
-ῶ :
gronder comme les vagues ; τινι, gronder ou murmurer contre qqn.
Étymologie: ῥόθος.