κανθύλη

From LSJ
Revision as of 09:36, 31 December 2018 by Spiros (talk | contribs) (2b)

νῦν εὐπλόηκα, ὅτε νεναυάγηκα → I made a prosperous voyage when I suffered shipwreck

Source
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κανθύλη Medium diacritics: κανθύλη Low diacritics: κανθύλη Capitals: ΚΑΝΘΥΛΗ
Transliteration A: kanthýlē Transliteration B: kanthylē Transliteration C: kanthyli Beta Code: kanqu/lh

English (LSJ)

ἡ,

   A swelling, tumour, A.Fr.220.

German (Pape)

[Seite 1321] ἡ, Geschwulst, Geschwür, Aesch. frg. 197.

Greek (Liddell-Scott)

κανθύλη: ἡ, οἴδημα, πρήξιμον, Αἰσχύλ. Ἀπόσπ. 216.

Greek Monolingual

κανθύλη, ἡ (Α)
εξόγκωμα, οίδημα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Συνδέεται πιθ. με το αρχ. άνω γερμ. gund «έλκος» και το γοτθ. gunds «έλκος». Στην περίπτωση αυτή όμως το αρχικό θ. θα πρέπει να ήταν είτε αρχικό κονθ-, είτε μεταπτωτικό καθ- (αν οι γερμ. τ. προήλθαν από ΙΕ τ. με φωνηεντικό -η-) με ανάπτυξη του -ν- εκ τών υστέρων (πρβλ. λαγχ-άνω < θ. λαχ-, χανδ-άνω < θ. χαδ-). Δεν αποκλείεται και η προελληνική προέλευση της λ. οπότε συνδέεται πιθ. με τα κάνθων, κανθός. Η άποψη αυτή, ωστόσο, παρουσιάζει σημασιολογικής φύσεως προβλήματα].

Russian (Dvoretsky)

κανθύλη: ἡ опухоль, нарыв Aesch.