Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσρέω

From LSJ
Revision as of 10:12, 31 December 2018 by Spiros (talk | contribs) (nl)

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη. Τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ' ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον. → Τo conquer yourself is the first and best victory of all, while to be conquered by yourself is of all the most shameful as well as evil

Plato, Laws, 626e
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: προσρέω Medium diacritics: προσρέω Low diacritics: προσρέω Capitals: ΠΡΟΣΡΕΩ
Transliteration A: prosréō Transliteration B: prosreō Transliteration C: prosreo Beta Code: prosre/w

English (LSJ)

aor. Pass. προσερρύην (v. infr.),

   A flow towards a point, stream in, assemble, Hdt.1.62; steal or creep towards, τινὸς προσρυέντος τῇ τραπέζῃ Plu.2.760a; also, rush up to, αὐτῷ προσρυεις Id.Brut.16, cf. Parth.7.1, Luc.Am.8, Philostr.VS2.30.    II Med., ὅταν γυνὴ κύουσα προσρέηται has losses, Hp.Superf.42.

German (Pape)

[Seite 779] (s. ῥέω), hinzufließen, Sp. – Auch von einer Menschenmenge, zusammenströmen, -kommen, Her. 1, 62; von einem Einzelnen, τῶν οἰκετῶν τινος προσρυέντος ἔξωθεν τῇ τραπέζῃ, Plut. amator. 16, da er gegen den Tisch lief; auch zufließen, zukommen, zu Theil werden, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

προσρέω: (ἴδε ῥέω) ῥέω πρός τι σημεῖον, «χύνομαι», συναθροίζομαι, Ἡρόδ. 1. 62· - ἕρπω πρός, πλησιάζω πρός..., τῇ τραπέζῃ Πλούτ. 2. 760Α· ἀλλ’ ὡσαύτως, ὁρμῶ πρός..., προσρυεὶς αὐτῷ ὁ αὐτ. ἐν Βρούτ. 16, πρβλ. Λουκ. Ἔρωτας 8, Φιλόστρ. 622. - Καθ’ Ἡσύχ.: «(προσρέουσι)· προσέρχονται» καὶ «προσρυέντων· προσελθόντων».

French (Bailly abrégé)

couler vers, d’où
1 affluer;
2 se glisser vers, τινι.
Étymologie: πρός, ῥέω.

Greek Monolingual

ΜΑ
ορμώ σε κάποιον
αρχ.
1. (για πλήθος ανθρώπων) συνέρχομαι, συναθροίζομαι
2. τρέχω προς κάποιον ή πλησιάζω κάτι.

Greek Monotonic

προσρέω: μέλ. -ρεύσομαι, Παθ. αόρ. βʹ -ερρύην·
1. ρέω προς κάποιο σημείο, χύνομαι μέσα, συναθροίζομαι, σε Ηρόδ.
2. έρπω, πλησιάζω προς, τινί, σε Πλούτ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

προσ-ρέω toestromen, toesnellen.