ἤκουσεν ἐν Ῥώμῃ καὶ ἀρσένων ἑταιρίαν εἶναι → he heard that there was also a fellowship of males in Rome (Severius, commentary on Romans 1:27)
(Α ὀξυτονῶ, -έω) οξύτονοςβάζω οξεία στη λήγουσα μιας λέξης, τονίζω μια λέξη στη λήγουσα με οξείααρχ.1. προφέρω κάτι με οξύ τόνο2. μουσ. παράγω υψηλούς τόνους3. απολήγω σε οξύ άκρο.