υπεξαίρεση

From LSJ
Revision as of 14:25, 27 March 2021 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "οῡν" to "οῦν ")

Θησαυρός ἐστι τοῦ βίου τὰ πράγματα → Non est thesaurus vitae nisi negotia → Des Lebensgutes Schatz erwächst aus Tätigkeit

Menander, Monostichoi, 235

Greek Monolingual

η / ὑπεξαίρεσις, -έσεως, ΝΑ ὑπεξαιρῶ
νεοελλ.
1. οικειοποίηση, κλοπή ξένου πράγματος από πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η φύλαξή του
2. (ποιν. δίκ.) παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος από τον, με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο, κάτοχό του
αρχ.
1. κρυφή ή βαθμιαία λήψη ή αφαίρεση («ἡ δὲ τοῦ ἀλγοῦν τος ὑπεξαίρεσις... δοκεῑ αὐτοῑς μὴ εἶναι ἡδονή», Διογ. Λαέρ.)
2. (ρητ.) η πρόταξη ενός πράγματος ως εξαιρετικού και ιδιαίτερου
3. αναίρεση, ανασκευή
4. μαθ. αφαίρεση
6. φρ. α) «μεθ' ὑπεξαιρέσεως» — με κάποια εξαίρεση (Μάρκ. Αυρ.)
β) «καθ' ὑπεξαίρεσιν» — βαθμιαία και λίγο λίγο (Σέξτ. Εμπ.).