Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξαίρεση

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

η (AM ἐξαίρεσις) εξαίρω
χειρουργική αφαίρεση, εξαγωγή ξένου σώματος ή οργάνου
νεοελλ.
1. ιδιοτυπία, απομάκρυνση από το κανονικό ή το συνηθισμένο («ο ηθικός άνθρωπος καταντά σήμερα να είναι εξαίρεση»)
2. διάκριση, προτίμηση («ο δάσκαλος δεν πρέπει να κάνει εξαιρέσεις»)
3. απαλλαγή ενός προσώπου από τα καθήκοντά του λόγω ειδικών συνθηκών («εξαίρεση δικαστή, μάρτυρα»)
4. γραμμ. εκτροπή γλωσσικού στοιχείου από γενικό κανόνα ή νόμο
αρχ.-μσν.
(ρητ.) η αντίκρουση τών ισχυρισμών και επιχειρημάτων του αντιδίκου
αρχ.
1. αφαίρεση εντοσθίων
2. τα εντόσθια
3. εξαγωγή δοντιού
4. φόνος, σφαγή
5. τρόπος εξαγωγής
6. απομάκρυνση, κάθαρσηεξαίρεση τών παθών»)
7. εκλογή
8. υπεροχή
9. χώρος για εκφόρτωση εμπορευμάτων
10. φρ. «δίκη εξαιρέσεως» — δίκη για ελεύθερο, τον οποίο διεκδικούσε κάποιος ως δούλο προσάγοντας στοιχεία για δικαίωμα κυριότητας.