Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξαίρεση

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet → May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

η (AM ἐξαίρεσις) εξαίρω
χειρουργική αφαίρεση, εξαγωγή ξένου σώματος ή οργάνου
νεοελλ.
1. ιδιοτυπία, απομάκρυνση από το κανονικό ή το συνηθισμένο («ο ηθικός άνθρωπος καταντά σήμερα να είναι εξαίρεση»)
2. διάκριση, προτίμηση («ο δάσκαλος δεν πρέπει να κάνει εξαιρέσεις»)
3. απαλλαγή ενός προσώπου από τα καθήκοντά του λόγω ειδικών συνθηκών («εξαίρεση δικαστή, μάρτυρα»)
4. γραμμ. εκτροπή γλωσσικού στοιχείου από γενικό κανόνα ή νόμο
αρχ.-μσν.
(ρητ.) η αντίκρουση τών ισχυρισμών και επιχειρημάτων του αντιδίκου
αρχ.
1. αφαίρεση εντοσθίων
2. τα εντόσθια
3. εξαγωγή δοντιού
4. φόνος, σφαγή
5. τρόπος εξαγωγής
6. απομάκρυνση, κάθαρσηεξαίρεση τών παθών»)
7. εκλογή
8. υπεροχή
9. χώρος για εκφόρτωση εμπορευμάτων
10. φρ. «δίκη εξαιρέσεως» — δίκη για ελεύθερο, τον οποίο διεκδικούσε κάποιος ως δούλο προσάγοντας στοιχεία για δικαίωμα κυριότητας.