μακών
From LSJ
κάμψαι διαύλου θάτερον κῶλον πάλιν → bend back along the second turn of the race, turning the bend and coming back for the second leg of the double run, run the homeward course, retrace one's steps
English (LSJ)
v. μηκάομαι. μάκων [ᾱ], μᾱκώνειον, μᾱκωνίς, v. μηκ-.
French (Bailly abrégé)
part. ao.2 de μηκάομαι.
Greek (Liddell-Scott)
μᾰκών: ἀρχαία ποιητ. μετοχ. τοῦ ἀορ. τοῦ μηκάομαι (ὃ ἴδε), Ὅμηρ.· - «μακών· βοήσας» Ἡσύχ.
English (Autenrieth)
see μηκάομαι.
Greek Monotonic
μᾰκών: ποιητ. μτχ. αόρ. βʹ του μηκάομαι.
Russian (Dvoretsky)
μᾰκών: эп. part. aor. 2 к μηκάομαι.