καταθλώ

From LSJ

δός μοι πᾷ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινήσω → give me a place to stand and I will move the earth, give me a place to stand and I'll move the earth, give me the place to stand and I shall move the earth, give me a place to stand and with a lever I will move the whole world, give me a firm spot to stand and I will move the world, give me a lever and a place to stand and I will move the earth, give me a fulcrum and I shall move the world

Source

Greek Monolingual

(I)
καταθλῶ, -άω (Α)
1. κατασυντρίβω, σπάζω σε πολλά κομμάτια
2. ευνουχίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + θλῶ «σπάζω»].
(II)
καταθλῶ, -έω (Α)
1. καταβάλλω, νικώ κάποιον
2. εξουσιάζω
3. ασκώ, γυμνάζω
4. (η μτχ. παρακμ. ως επίθ.) οἱ κατηθληκότες
(για στρατιώτες) αυτοί που είναι καλά γυμνασμένοι
5. εισφέρω για την τέλεση αθλητικών αγώνων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)- + ἀθλῶ (< ἆθλος)].