Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τέλεση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η / τέλεσις, -έσεως, ΝΜΑ τελῶ
1. η εκτέλεση, η πραγματοποίηση (α. «η τέλεση της εορτής» β. «ἵνα τέλεσιν τὴν ταχίστην λάβῃ τὰ λειτουργήματα», πάπ.)
2. (στο Βυζ.) είδος φόρου.