μεθορμίζω

Revision as of 07:36, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (24)

English (LSJ)

   A remove from one anchorage to another, intr. (sc. νέας), μ. εἰς Σηστόν X.HG2.1.25; μ. σκάφος Iamb.VP3.17: metaph., τοῦ νῦν σκυθρωποῦ . . μεθορμιεῖ σε E.Alc.798; ἐξ ἕδρας μεθώρμισα [πλόκαμον] Id.Ba.931:—Med., μεθορμίσασθαι μόχθων πάρα to seek a refuge from... Id.Med.442 (lyr.), cf. 258; sail from one place to another, put out from, μετορυίζεσθαι ἐκ (or ἀπό) . . ἐς <*> Hdt.2.115, 7.183, cf. Th.6.88: metaph., πρὸς εὐσέβειαν cj. in Ph.2.219.

German (Pape)

[Seite 114] aus einem Hafen in den andern bringen, οὐκ ἐν καλῷ ἔφη αὐτοὺς ὁρμεῖν ἀλλὰ μεθορμίσαι ἐς Σηστὸν παρῄνει, Xen. Hell. 2, 1, 25; στόλον, Plut. Alc. 37; übh. aus einer Lage in die andere bringen, ἐξ ἕδρας μεθώρμισα τὸν πλόκαμον, Eur. Bacch. 929; u. auf den Geist übertr., τοῦ νῦν σκυθρωποῦ καὶ ξυνεστῶτος φρενῶν μεθορμιεῖ σε, wie μεθίστημι gebraucht, Alc. 801. – Med. zur See von einem Orte zum andern fahren, ἐκ od. ἀπό – ἐς, Her. 2, 115. 7, 182 Thuc. 6, 88; übertr., μεθορμίσασθαι μόχθων πάρα, Eur. Med. 443, vgl. 258.

Greek (Liddell-Scott)

μεθορμίζω: μετάγω τὰς ναῦς ἀπὸ ὅρμου εἰς ὅρμον, μεθορμίσαι (ἐξυπ. τὰς ναῦς) εἰς Σηστὸν παρῄνει Ξεν. Ἑλλ. 2. 1, 25· μεταφ., τοῦ νῦν σκυθρωποῦ... μεθορμιεῖ σε Εὐρ. Ἄλκ. 797· ἐξ ἕδρας μεθώρμισα πλόκαμον ὁ αὐτ. ἐν Βάκχ. 931· - Μέσ., σοὶ δ’ οὒτε πατρὸς δόμοι, δύστανε, μεθορμίσασθαι μόχθων πάρα, σοὶ δὲ οὔτε οἱ δόμοι τοῦ πατρός σου πάρεισιν εἰς οὓς νὰ ζητήσῃς καταφύγιον τῶν δεινῶν σου..., Εὐρ. Μήδ. 442, πρβλ. 258. - Παθ., μετάγομαι ἀπὸ ὅρμου εἰς ὅρμον, μετορμίζεσθαι ἐκ (ἢ ἀπὸ)... ἐς... Ἡρόδ. 2. 115., 7. 182, Θουκ. 6. 88.

French (Bailly abrégé)

f. att. μεθορμιῶ, ao. μεθώρμισα;
I. tr. 1 faire changer de mouillage, acc.;
2 p. ext. déplacer, transporter en gén.
II. intr. changer de mouillage;
Moy. μεθορμίζομαι changer de mouillage.
Étymologie: μετά, ὁρμίζω.

Greek Monolingual

μεθορμίζω, Α και ιων. τ. μετορμίζομαι)
1. μετακινώ ή μεταφέρω πλοίο από ένα λιμάνι σε άλλο («καὶ παραινοῡντος εἰς Σηστὸν μεθορμίσαι τὸν στόλον», Πλούτ.)
2. μέσ. μεθορμίζομαι
(για πλοίο) καταπλέω από ένα λιμάνι σε άλλο (α. «ο στόλος μεθορμίζεται από το Φάληρο στον ναύσταθμο» β. «μεθορμισάμενοι ἐκ τῆς Νάξου ἐς τὴν Κατάνην», Θουκ.)
αρχ.
1. μτφ. μεταφέρω κάτι από τη μια θέση στην άλλη
2. (το μέσ.) μτφ. αναζητώ κρησφύγετο, προστασία ή προφύλαξη («σοὶ δ' οὔτε πατρὸς δόμοι, δύστανε, μεθορμίσασθαι μόχθων πάρα», Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < μετ(α)- + ὁρμίζω.