Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεταφέρω

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: μεταφέρω Medium diacritics: μεταφέρω Low diacritics: μεταφέρω Capitals: ΜΕΤΑΦΕΡΩ
Transliteration A: metaphérō Transliteration B: metapherō Transliteration C: metafero Beta Code: metafe/rw

English (LSJ)

fut.

   A μετοίσω S.Ph.962: aor. μετήνεγκα D.18.108, part. -ενεγκών ib. 225: pf. μετενήνοχα Pl.Criti.113a, and Pass. -ενήνεγμαι Id.Prt.339a:—carry across, transfer, τι εἴς τι Id.Ti.73e; ἐκ τῶν ἀπόρων εἰς τοὺς εὐπόρους τὰς τριηραρχίας D.18.108; ἀπὸ τούτου ἐφ' ἕτερον δικαστήριον Lex ap.eund. 21.94; τὴν ἀδικίαν εἰς τὸν αὑτοῦ νόμον Id.24.76; ἐπὶ μὴ προσήκοντα πράγματα τοὺς λόγους Id.20.113; divert funds to other uses, SIG577.65 (Milet., iii/ii B. C.); μ. κέντρα πώλοις apply the goad to the horses in turn, E.Ph.178 (lyr.); μ. ἐπ' ἀνθρώπους τὰς μηχανάς X.Cyr.1.6.39; shift, μ. τὰ σκεύη Thphr.Char.10.6; μ. τι ἐπὶ τἀληθές translate it into reality, Pl.Ti.26c; μ. [τὰ ὀνόματα] εἰς τὴν αὑτῶν φωνήν translate them into their own language, Id.Criti. 113a; τὸ τῶν λῃτουργιῶν ὄνομ' ἐπὶ τὸ τῶν ἱερῶν μ. D.20.126; of officials, transfer to another post, BGU15.11 (Pass., ii A. D.); transfer a sum in an account, PRev.Laws 16.10, al. (iii B. C.):—Med., bring over with one, ἐξ Αἰγίνης Ἀθήναζε μετενεγκαμένη τὴν πορνείαν Theopomp. Hist. 244; μετηνέγκαντο τὰ σημεῖα ὡς τοὺς ἑτέρους D.H.9.6:—Pass., to be transferred, εἰς ποίησιν Pl.Prt.339a; μ. ἐνθένδε ἐκεῖσε Jul.Or.3.122b.    2 change, alter, εἰ καὶ πάλιν γνώμην μετοίσεις S. Ph.962; μ. τοὺς χρόνους D.18.225; τὴν ἀξίωσιν μ. change, confound, Aeschin.3.220; of Poets, μ. ταὔτ' ἄνω τε καὶ κάτω Xenarch.7.2:— Pass., μετενήνεκται ὑμῖν τὰ τῆς πόλεως δίκαια Aeschin.3.193; κύνες πυκνὰ μεταφερόμεναι doubling and casting about, X.Cyn.4.5.    3 Rhet., transfer a word to a new sense, use it in a changed sense: and abs., employ metaphor, Arist.EN1167a10:—Pass., εὖ μετενήνεκται Id.Rh.1405b6, cf. μεταφορά 11; ἀφ' ἑτέρων πραγμάτων μ. τὰς ὀνομασίας Phld.Rh.1.167 S.    4 μ. τοὔνομα ἐπὶ τὸν λόγον transfer the word to its literal meaning, re-interpret it etymologically, Arist.Top. 112a32.

German (Pape)

[Seite 156] (s. φέρω), weg- u. anders wohin bringen; εἰ καὶ πάλιν γνώμην μετοίσεις, Soph. Phil. 950, von dem Abgeben der Stimmen, ψῆφον φέρειν, entlehnt; anders Eur. κέντρα πώλοις μεταφέρων, Phoen. 184; τὰς τριηραρχίας ἐκ τῶν ἀπόρων εἰς τοὺς εὐπόρους μετήνεγκα, Dem. 18, 108; εἰς τὴν αὑτῶν φωνὴν μετενηνοχότας, Plat. Critia. 113 a, in ihre Sprache übertragen habend; μετενηνεγμένον εἰς ποίησιν, Prot. 339 a; μετενεγκόντα τοὺς χρόνους, verwechseln, Dem. 18, 225; Sp., wie Pol. 9, 10, 4; μετενήνεκται ὑμῖν τὰ τῆς πόλεως δίκαια, Aesch. 3, 193, verkehren; bes. ein Wort in uneigentlicher, übertragener Bedeutung brauchen, μεταφέρων φαίη τις ἂν αὐτὴν ἀργὴν εἶναι φιλίαν Arist. eth. 9, 5, Schol.

Greek (Liddell-Scott)

μεταφέρω: μέλλ. μετοίσω·- ὡς καὶ νῦν, τι εἴς τι Πλάτ. Τίμ. 73Ε· τὰς τριηραρχίας ἐκ τῶν ἀπόρων εἰς τοὺς εὐπόρους Δημ. 262. 25· ἀπὸ τούτου εἰς ἕτερον δικαστήριον Νόμ. παρὰ τῷ αὐτῷ 545. 10· τινὰς εἰς ἢ ἐπὶ τι ὁ αὐτ. 724, ἐν τέλ., 491. 16· μεταφέρω κέντρα πώλοις, κεντρίζω τοὺς ἵππους κατὰ διαδοχήν, δηλ. μεταφέρω τὸ κέντρον ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἵππου εἰς τὸν ἕτερον, Εὐρ. Φοίν. 179· οὕτω, μ. ἐπ’ ἀνθρώπους τὰς μηχανὰς Ξεν. Κύρ. 1. 6, 39· μ. τὰ σκεύη Θεοφρ. Χαρακτ. 10· μ. τι ἐπὶ τἀληθές, φέρω τι εἰς..., Πλάτ. Τίμ. 26D· μ. τὰ ὀνόματα εἰς τὴν αὑτῶν φωνήν, μεταφράζουσιν αὐτὰ εἰς τὴν ἰδικήν των γλῶσσαν, ὁ αὐτ. ἐν Κριτί. 113Α, πρβλ. Δημ. 495. 14. - Μέσ., κομίζω τι μετ’ ἐμαυτοῦ εἴς τι μέρος, Σινώπης τῆς Θρᾴττης τῆς ἐξ Αἰγίνης Ἀθήναζε μετενεγκαμένης τὴν πορνείαν Θεοπόμπ. Ἱστ. παρ’ Ἀθην. 595Β. - Παθ., μεταφέρομαι, εἰς ποίησιν Πλάτ. Πρωτ. 339Α. 2) μεταβάλλω, τροποποιῶ, εἰ καὶ πάλιν γνώμην, μετοίσεις Σοφ. Φ. 962· μ. τοὺς χρόνους Δημ. 303. 8· τὰ δίκαια, τὴν ἀξίωσιν, μεταβάλλω, συγχέω, Αἰσχίν. 81. 33., 85. 17 · ἐπὶ ποιητῶν, μεταφέρει ἕκαστος αὐτῶν ταὔτ’ ἄνω τεκαὶ κάτω Ξέναρχος ἐν «Πορφύρᾳ» 1. 2. - Παθ., κύνες πυκνὰ μεταφερόμεναι, συχνάκις ὑποστρέφουσαι καὶ ἰχνηλατοῦσαι, Ξεν. Κυν. 4, 5. 3) ἐν τῇ Ρητορικῇ, μεταβάλλω λέξεώς τινος τὴν σημασίαν, μεταχειρίζομαι λέξιν τινὰ μὲ διάφορον ἢ μεταβεβλημένην σημασίαν, καὶ ἀπολ., ποιοῦμαι χρῆσιν μεταφορᾶς ἢ μεταφορικῆς ἐκφράσεως, Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 9. 5, 3, Ρητ. 3. 2, 12, κ. ἀλλ.· πρβλ. μεταφορά. 4) μ. τοὔνομα ἐπὶ τὸν λόγον, ἀναφέρω τὴν λέξιν εἰς τὴν πρώτην αὐτῆς σημασίαν, ἑρμηνεύω αὐτὴν ἐτυμολογικῶς, ὁ αὐτ. 2. 6, 2.

French (Bailly abrégé)

f. μετοίσω, ao. μετήνεγκα, pf. μετενήνοχα;
1 transporter : τι ἔκ τινος εἴς τινα, transporter qch (une charge, etc.) d’une personne à une autre ; en mauv. part transposer, déplacer sans ordre, renverser : τοὺς χρόνους DÉM confondre les circonstances;
2 porter en revenant sur ses pas, rapporter, ramener, revenir sur, acc..
Étymologie: μετά, φέρω.

Greek Monolingual

και μεταφέρνω (ΑΜ μεταφέρω, Μ και μεταφέρνω)
1. μετακινώ κάτι από έναν τόπο σε άλλο, μετατοπίζω, διακομίζω («μετέφερα τη βιβλιοθήκη σε άλλο δωμάτιο»)
2. (για κτήματα ή χρήματα) μεταγράφω από το όνομα του παλαιού ιδιοκτήτη στο όνομα του αγοραστή, μεταβιβάζω
3. (σχετικά με χρηματικό ποσό) καταχωρίζω στον λογαριασμό άλλου
4. μεταφράζω, μεταγλωττίζωμεταφέρω από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα»)
5. μεταθέτω το θέμα συζήτησης («συνηθίζει να μεταφέρει το θέμα της συζήτησης από την ποίηση στην πολιτική»)
νεοελλ.
1. (το ενεργ. με μέσ. σημ.) (για περιουσιακά στοιχεία) μεταβιβάζομαι
2. (σε λογιστικά βιβλία) μεταγράφω από τη μια μερίδα στην άλλη ή από το ένα βιβλίο στο άλλο
3. μεταδίδω («σάς μεταφέρω τους χαιρετισμούς του»)
4. μτφ. κάνω κάποιον να μεταβεί νοερά σε άλλο τόπο ή σε άλλη εποχή («αυτή ή φωτογραφία μέ μεταφέρει δέκα χρόνια πίσω»)
5. φρ. «μεταφέρω τα πολιτικά μου δικαιώματα» — μεταγράφομαι από έναν δήμο ή μια κοινότητα σε άλλο, κάνω μεταδημότευση («στις τελευταίες εκλογές μετέφερα τα πολιτικά μου δικαιώματα στην Αθήνα»)
μσν.
1. παρηγορώ
2. (αμτβ.) ανακτώ τις αισθήσεις μου, συνέρχομαι
μσν.-αρχ.
(σχετικά με γνώμη ή διάθεση) μεταβάλλω, αλλάζω, τροποποιώ
αρχ.
1. προσαρμόζω, εφαρμόζω
2. συγχέω καθώς μεταβάλλω
3. (ρητ.) αποδίδω σε λέξη ή φράση σημασία διαφορετική από αυτήν που έχει, εκφράζομαι μεταφορικά, χρησιμοποιώ μεταφορικά
4. φρ. α) «μεταφέρω τι ἐπὶ τ' ἀληθές» — δίνω σε κάτι το πραγματικό του όνομα
β) «μεταφέρω τοὔνομα ἐπὶ τὸν λόγον» — επαναφέρω μια λέξη στη γραμματική της σημασία, ερμηνεύω μια λέξη ετυμολογικώς, Αριστοτ.
5. (σχετικά με υπαλλήλους) μεταθέτω
6. (το μέσ.) μεταφέρομαι
α) φέρνω κάτι μαζί μου από έναν τόπο σε άλλο
β) παθ. εφαρμόζομαι σε άλλον τομέα («τὸ ἐρώτημα... μετενηνεγμένον δὲ εἰς ποίησιν», Ιουλ.).

Greek Monotonic

μεταφέρω: μέλ. μετ-οίσω, αόρ. αʹ -ήνεγκα, παρακ. -ενήνοχα·
1. μετακινώ, φέρνω κάτι από ένα μέρος σε άλλο, σε Δημ.· μεταφέρω κέντρα πώλοις, χτυπώ διαδοχικά τα άλογα με τα βούκεντρα, σε Ευρ.
2. αλλάζω, τροποποιώ, σε Σοφ., Δημ.· μεταφέρω τὰδίκαια, αλλάζω, συγχέω, σε Αισχίν.
3. στη ρητορική, χρησιμοποιώ μια λέξη με αλλαγμένη σημασία, χρησιμοποιώ μια μεταφορά, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

μεταφέρω:
1) переносить, перемещать (τι εἴς τι Plat.; τινὰς εἴς или ἐπί τι Dem.); переводить (τὰ ὀνόματα εἰς τὴν αὑτῶν φωνήν Plat.): μ. τι ἐπὶ τἀληθές Plat. перенести что-л. в область действительности;
2) прилагать, применять (ἐπ᾽ ἀνθρώπους τὰς μηχανάς Xen.): μ. κέντρα πώλοις Eur. стрекалами подгонять коней;
3) (из)менять (γνώμην Soph.);
4) смешивать, путать (τοὺς χρόνους Dem.);
5) искажать, извращать (τὰ τῆς πόλεως δίκαια Aeschin.);
6) относить, возвращать, сводить (τὸ γινόμενον εἰς αἰτίας Plut.): μ. τοὔνομα ἐπὶ τὸν λόγον Arst. сводить название к (его) смыслу, т. е. этимологически истолковать слово;
7) именовать в несобственном (переносном) значении, употреблять метафорически: ἐκ τῶν ὁμοειδῶν μ. τὰ ἀνώνυμα Arst. давать безымянным вещам названия однородных вещей; μεταφέρων φαίη τις ἄν … Arst. метафорически можно было бы назвать ….

Middle Liddell

fut. μετ-οίσω aor1 -ήνεγκα perf. -ενήνοχα
1. to carry over, transfer, Dem.; μ. κέντρα πώλοις to apply the goad to the horses in turn, Eur.
2. to change, alter, Soph., Dem.; μ. τὰ δίκαια to change, confound, Aeschin.
3. in Rhetoric, to use a word in a changed sense, to employ a metaphor, Arist.