ἐπιγνάμπτω

Revision as of 10:36, 25 August 2023 by Spiros (talk | contribs) (LSJ1 replacement)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

English (LSJ)

A curve, bend, ἆξαι ἐπιγνάμψας δόρυ Il.21.178; ἐπεγνάμπτοντο δὲ κῶπαι A.R. 2.591.
II. metaph., bow, bend to one's purpose, ἐπέγναμψεν ἅπαντας Ἥρη λισσομένη Il.2.14; ἐπιγνάμψασα φίλον κῆρ 1.569; ἐπιγνάμπτει νόον ἐσθλῶν 9.514:—Med., Nic.Al.363.

German (Pape)

[Seite 932] ein-, umbiegen, krümmen, δόρυ Il. 21, 178; ἐπεγνάμπτοντο δὲ κῶπαι Ap. Rh. 2, 591; im med., Nic. Al. 363. – Uebtr., herumlenken, umstimmen, ἐπέγναμψεν γὰρ ἅπαντας Ἥρη λισσομένη Il. 2, 14; φίλον κῆρ, das eigene Herz im Zaum halten, mäßigen, 1, 569, Schol. πραΰνουσα; νόον ἐσθλῶν, den Sinn der Edlen lenken, 9, 514; ἦτορ Orph. Vgl. ἐπικνάμπτω.

French (Bailly abrégé)

courber, plier, fléchir ; fig. faire fléchir la résolution, la volonté (de qqn).
Étymologie: ἐπί, γνάμπτω.

Russian (Dvoretsky)

ἐπιγνάμπτω:
1 сгибать (δόρυ Hom.);
2 перен. склонять на свою сторону: ἐπέγναμψεν ἅπαντας λισσομένη Hom. она упросила всех своими мольбами;
3 смирять: ἐπιγνάμψασα φίλον κῆρ Hom. смирившись сердцем.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπιγνάμπτω: μέλλ. -ψω, κάμπτω, λυγίζω, ἤθελε… ἆξαι ἐπιγνάμψας δόρυ Ἰλ. Φ. 178· ἐπεγνάμπτοντο δὲ κῶπαι Ἀπολλ. Ρόδ. Β. 591. II. μεταφ., κάμπτω, μαλάσσω, καταπραΰνω, ἐπέγναμψεν γὰρ ἅπαντας Ἥρη λισσομένη Ἰλ. Β. 14· ἐπιγνάμψασα φίλον κῆρ Α. 569· ἐπεγνάμπτει νόον ἐσθλῶν Ι. 514 (510).- Καθ’ Ἡσύχιον «ἐπιγνά(μ)ψω· ἐπικλάσω» καὶ «ἐπιγνά(μ)ψασα· ἐπικατακλάσασα. συμπείσασα. στυγνάσασα».- Μεσ., Νικ. Ἀλεξιφ. 363.

English (Autenrieth)

aor. ἐπέγναμψα: bend over; δόρυ, Il. 21.178; met., bend, ‘change,’ ‘bow’ the will, Il. 2.14, Il. 9.514, Il. 1.569.

Greek Monolingual

ἐπιγνάμπτω (Α)
1. κάμπτω, λυγίζω
2. κάνω κάποιον να λυγίσει, να αλλάξει γνώμη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + γνάμπτω «κάμπτω»].

Greek Monotonic

ἐπιγνάμπτω: μέλ. -ψω, λυγίζω προς κάποιον, σε Ομήρ. Ιλ.· μεταφ., υποκλίνομαι ή λυγίζω, σκύβω, υποκύπτω στην πρόθεση, στον σκοπό κάποιου, στο ίδ.

Middle Liddell

fut. ψω
to bend towards one, Il.:—metaph. to bow or bend to one's purpose, Il.