Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γνάμπτω

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: γνάμπτω Medium diacritics: γνάμπτω Low diacritics: γνάμπτω Capitals: ΓΝΑΜΠΤΩ
Transliteration A: gnámptō Transliteration B: gnamptō Transliteration C: gnampto Beta Code: gna/mptw

English (LSJ)

(in codd. freq. κνάμπτω), fut.

   A -ψω A.Pr.995, Paean Oxy.660.8, Lyc.1247: aor. ἔγναμψα, Ep. γνάμψα A.R.2.965:—poet. form of κάμπτω used by Hom. only in compds. in tmesi, ἐν δὲ γόνυ γνάμψεν Il.23.731; γ. τινά bend his will, A.l.c.; νόον Orph.L.195; in literal sense, δόρυ γ. Lyc. l.c.; ἄκρην round a headland, A.R.l.c., al.:—Pass., Nic.Th.423, Plu.Arat.13.

Greek (Liddell-Scott)

γνάμπτω: (ἐν τοῖς χφοις συχν. κνάμπτω), μέλλ. –ψω Αἰσχύλ.· ἀόρ. ἔγναμψα, Ἐπ. γνάμψα·- ποιητ. τύπος τοῦ κάμπτω ἐν χρήσει παρ’ Ὁμ. μόνον ὁσάκις βραχὺ φωνῆεν πρὸ τῆς πρώτης συλλαβῆς τοῦ ῥήματος τούτου πρέπῃ νὰ γείνῃ μακρὸν (πρβλ. ἀνα-, ἐγ-, ἐπι-, ὑπο-γνάμπτω)· γν. τινά, κάμπτω τὴν θέλησίν του, Αἰσχύλ. Πρ. 995.– Παθ., Νίκ. Θ. 423.

French (Bailly abrégé)

f. γνάμψω, ao. ἔγναμψα, pf. inus. Pass. ao. ἐγνάμφθην;
courber, fléchir : γόνυ, faire plier le genou (de l’adversaire) ; fig. τινά fléchir (la volonté, la résolution de) qqn.
Étymologie: DELG pas d’étym. établie ; cf. κάμπτω.

English (Autenrieth)

aor. γνάμψα: bend.

Spanish (DGE)

1 doblar δόρυ γνάμψει Lyc.1247
doblegar ταῦρον cogiéndolo por la testuz, Q.S.6.238
doblar, girar hacia c. prep. γνάμψαι ... ποτὶ φύλοπιν de un caballo, Q.S.11.187
en v. med.-pas. ἐγνάμφθη δ' ὀπίσσω φάσγανον se dobló la espada hacia atrás B.13.52
doblar, rodear ἄκρην A.R.2.965, cf. 349, 3.1350.
2 fig. doblegar, ablandar, conmover γνάμψει γὰρ οὐδὲν τῶνδέ με A.Pr.995, νόον Orph.L.195, Opp.H.5.574
en v. pas. ὥστε γνάμπτεσθαι τὸν Ἄρατον ὑπὸ τῆς τέχνης Plu.Arat.13.

• Etimología: Término expresivo quizá rel. c. γνάθος ‘mandíbula’ (cf. γναμπτήρ) de *genH- en grado ø/ø y posteriormente influido por κάμπτω.

Greek Monolingual

γνάμπτω και γνάπτω και κνάμπτω (Α)
1. κάμπτω
2. αλλάζω τη γνώμη κάποιου
3. παρακάμπτω (έναν τόπο).

Greek Monotonic

γνάμπτω: μέλ. -ψω, αόρ. αʹ ἔγναμψα, Επικ. γνάμψα· ποιητ. τύπος του κάμπτω, χρησιμ. από τον Όμηρ., όταν ένα βραχύ φωνήεν γίνεται μακρό πριν από την πρώτη συλλαβή του, λυγίζω· γνάμπτω τινά, λυγίζω, κάμπτω τη θέληση κάποιου, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

γνάμπτω:
1) сгибать (γόνυ Hom.);
2) склонять, заставлять (τινὰ ὥστε φράσαι Aesch.).

Etymological

Grammatical information: v.
Meaning: bend (Il.).
Other forms: Aor. γνάμψαι, vb. adj. γναμπτός
Derivatives: γναμπτήρ jaw (Androm. ap. Gal.), cf. γναμφαί s.v. γαμφηλαί; γνάμψις bending (EM). Without (dissimilated?) (second) nasal γνάπτει κάμπτει and γναπτός = γναμπτός H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: It is mostly stated that γνάμπτω was influenced by κάμπτω (cf. κνάμπτω), so that all explanations are uncertain. But γνάμπτω has not the κ- of κάμπτω, nor can the -ν- have been taken from there. Note that γναμπ- cannot have a IE preform (see on γνάθος). But κάμπτω too does not look safely IE. However, a Pre-Greek process giving and inserted is not known to me. (Did κν- give γν-?) (The consequences of the remark of N.G. in R.Ph. 70 (1996) =CEG 1 s.v. γνάμπτω; Κλυταιμ(ν)ηστρα?) are unclear to me.

Middle Liddell


to bend; γν. τινα to bend his will, Aesch.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γνάμπτω buigen; overdr.. γνάμψει γὰρ οὐδὲν τῶνδέ μ (ε) want niets hiervan zal mij vermurwen Aeschl. PV 995.