τρικλοποδιά
From LSJ
Φίλιππον ἐπιστῆσαι τοῖς πράγμασι τούτοις → let Philip have a hand in the business, surrender control to Philip
Greek Monolingual
η, Ν
1. το να βάζει κανείς το πόδι του ανάμεσα στις κνήμες ενός άλλου για να τον ρίξει κάτω, υποσκελισμός
2. μτφ. δόλια ενέργεια εις βάρος κάποιου, μηχανορραφία
3. φρ. «βάζω τρικλοποδιά» — εξουδετερώνω με ύπουλο τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Κατά μία άποψη, ο τ. τρικλοποδιά έχει σχηματιστεί με ανομοίωση του -π- από έναν αμάρτυρο τ. τριπλοποδιά < τριπλοπόδης, ονομασία ενός τρίποδου δαίμονα (< τριπλός + -πόδης < πούς, ποδός)].