Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρικλοποδιά

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

η, Ν
1. το να βάζει κανείς το πόδι του ανάμεσα στις κνήμες ενός άλλου για να τον ρίξει κάτω, υποσκελισμός
2. μτφ. δόλια ενέργεια εις βάρος κάποιου, μηχανορραφία
3. φρ. «βάζω τρικλοποδιά» — εξουδετερώνω με ύπουλο τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Κατά μία άποψη, ο τ. τρικλοποδιά έχει σχηματιστεί με ανομοίωση του -π- από έναν αμάρτυρο τ. τριπλοποδιά < τριπλοπόδης, ονομασία ενός τρίποδου δαίμονα (< τριπλός + -πόδης < πούς, ποδός)].