ἐπιθεάζω
Ζῆν οὐκ ἔδει γυναῖκα κατὰ πολλοὺς τρόπους → Nullam esse decuit feminam multis modis → Kein Leben steht der Frau aus vielen Gründen zu
English (LSJ)
A = ἐπιθειάζω, invoke the gods against, τῷ πατρί Pherecr. 118: abs., ἀγανακτῶν καὶ ἐ. with imprecations, Pl.Phdr.241b. II. v. ἐπιθοάζω.
German (Pape)
[Seite 942] = ἐπιθειάζω, die Götter gegen Jemand anflehen, Jemanden verwünschen; καὶ ἀγανακτῶ Plat. Phaedr. 241 b; ἀρᾶται κἀπιθεάζει τῷ πατρί Phereer. bei Eustath. Od. 1438 u. B. A. 442; bei Suid. steht auch hier ἐπιθειάζει.
French (Bailly abrégé)
c. ἐπιθειάζω.
Greek Monolingual
ἐπιθεάζω (Α)
1. επικαλούμαι τους θεούς εναντίον κάποιου («ἀγανακτῶν καὶ ἐπιθειάζων καὶ καταρώμενος»)
2. επιθειάζω, επικαλούμαι τους θεούς ως μάρτυρες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + θε-άζω (< θεός)].
Greek Monotonic
ἐπιθεάζω: = το επόμ., ἐπιθεάζων, με κατάρες, σε Πλάτ.
Russian (Dvoretsky)
ἐπιθεάζω: слать проклятия, проклинать: ἀγανακτῶν καὶ ἐπιθεάζων (v. l. ἐπιθειάζων) Plat. негодуя и проклиная.