ἐξηγητικός
Ἑκὼν σεαυτὸν τῇ Κλωθοῖ συνεπιδίδου παρέχων συννῆσαι οἷστισί ποτε πράγμασι βούλεται. Πᾶν ἐφήμερον, καὶ τὸ μνημονεῦον καὶ τὸ μνημονευόμενον → Be willing to give yourself up to Clotho, letting her spin to whatever ends she pleases. All is ephemeral—both memory and the object of memory (Marcus Aurelius 4.34f.)
English (LSJ)
ή, όν,
A of or for narrative, Diom. p.428K.: Comp. Adv. -ώτερον Antig.Mir.60. 2 explanatory, Hermog.Id.1.6, Alex. Aphr. in Metaph.358.13, S.E. M.9.132, etc. Adv. -κῶς ib.7.28. II ἐξηγητικά (sc. βιβλία), τά, title of work on religious rites by Anticlides, Plu.Nic.23: -κόν, τό, work by Timosthenes, Sch.A.R.3.847.
German (Pape)
[Seite 880] ή, όν, erklärend, auslegend, Schol. oft; Plut. Nic. 23 u. sonst τὰ ἐξηγητικά, Bücher um Erklären der Wunderzeichen.
Greek (Liddell-Scott)
ἐξηγητικός: -ή, -όν, ὁ περὶ τὴν ἐξήγησιν, ἑρμηνευτικός, περ’ τῶν μερῶν τῆς γραμματικῆς, Α. Β. 659, πρβλ. Σχόλ. εἰς Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 847. ΙΙ ἐξηγητικὰ (ἐνν. βιβλία), τά, βιβλία περὶ ἑρμηνείας οἰωνῶν, Πλουτ. Νικ. 23: - Ἐπίρρ. -κῶς, ἑρμηνευτικῶς, Σέξτ. Ἐμπ. π. Μ. 7. 28.
French (Bailly abrégé)
ή, όν :
propre à raconter ou à expliquer : τὰ ἐξηγητικά (βιβλία) PLUT traités de l’interprétation des songes.
Étymologie: ἐξηγέομαι.
Greek Monolingual
-ή, -ό (AM ἐξηγητικός, -ή, -όν) εξηγητής
ερμηνευτικός, διασαφητικός («εξηγητικά σχόλια»)
αρχ.
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη διήγηση.
Greek Monotonic
ἐξηγητικός: -ή, -όν, ερμηνευτικός, σε Πλούτ.
Russian (Dvoretsky)
ἐξηγητικός: разъясняющий, истолковывающий Sext.
Middle Liddell
ἐξηγητικός, ή, όν
of or for interpretation, Plut.