διακεάζω

From LSJ
Revision as of 18:35, 10 December 2020 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<span class="sense"><p>" to "<span class="sense">")

Ὁ μὴ γαμῶν ἄνθρωπος οὐκ ἔχει κακά → Multis malis caret ille, qui uxorem haud habet → Der Mann, der ledig bleibt, kennt keinen Leidensdruck

Menander, Monostichoi, 437
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: διακεάζω Medium diacritics: διακεάζω Low diacritics: διακεάζω Capitals: ΔΙΑΚΕΑΖΩ
Transliteration A: diakeázō Transliteration B: diakeazō Transliteration C: diakeazo Beta Code: diakea/zw

English (LSJ)

   A cleave asunder, διὰ ξύλα δανὰ κεάσσαι Od.15.322, cf. A.R.4.392.

German (Pape)

[Seite 581] (s. κεάζω), durchspalten, zerspalten; in tmesi Homer. Odyss. 15, 322 πῦρ τ' εὖ νηῆσαι, διά τε ξύλα δανὰ κεάσσαι; Apoll. Rh. 4, 392 νῆα καταφλέξαι, διά τ' ἔμπεδα πάντα κεάσσαι.

Greek (Liddell-Scott)

διακεάζω: μέλλ. -άσω, κόπτω εἰς δύο, διασχίζω, διὰ ξύλα δανὰ κεάσσαι Ὀδ. Ο 322, πρβλ. Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 392.

Spanish (DGE)

• Morfología: [sólo en tm.]
1 partir en dos, dividir en pedazos, διά τε ξύλα δανὰ κεάσσαι Od.15.322, en v. pas. διὰ δὴ πάλαι ἥδε κεάσθη νηῦς ἱερή A.R.4.1267.
2 consumir por el fuego (quizá por una antigua interpr. de Od.15.322) διά τ' ἀμφαδὰ πάντα κεάσσαι A.R.4.392.

Greek Monolingual

διακεάζω (Α) κεάζω
κόβω στα δύο, σχίζω στα δύο.

Greek Monotonic

διακεάζω: μέλ. -άσω, κόβω, σχίζω στα δύο, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

διακεάζω: раскалывать (ξύλα Hom. - in tmesi).

Middle Liddell

fut. άσω
to cleave asunder, Od.