Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άγλωσσος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἄγλωσσος, -ον)
αυτός που δεν έχει γλώσσα
αρχ.
1. άφωνος, άλαλος
2. βάρβαρος, βαρβαρόφωνος
3. αυτός που στερείται ευγλωττίας, που δεν έχει ευχέρεια λόγου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερητ. + γλῶσσα.
ΠΑΡ. ἀγλωσσία.