Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βάρβαρος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: βάρβᾰρος Medium diacritics: βάρβαρος Low diacritics: βάρβαρος Capitals: ΒΑΡΒΑΡΟΣ
Transliteration A: bárbaros Transliteration B: barbaros Transliteration C: varvaros Beta Code: ba/rbaros

English (LSJ)

ον,

   A barbarous, i.e. non-Greek, foreign, not in Hom. (but cf. βαρβαρόφωνος) ; β. ψυχαί Heraclit.107; esp. as Subst. βάρβαροι, οἱ, originally all non-Greek-speaking peoples, then specially of the Medes and Persians, A.Pers.255, Hdt.1.58, etc.: generally, opp. Ἕλληνες, Pl.Plt.262d, cf. Th.1.3, Arist.Pol.1252b5, Str.14.2.28; βαρβάρων Ἕλληνας ἄρχειν εἰκός E.IA1400; β. καὶ δοῦλον ταὐτὸ φύσει Arist.Pol. 1252b9; οἱ β. δουλικώτεροι τὰ ἤθη φύσει τῶν Ἑλλήνων ib.1285a20; β. πόλεμον war with the barbarians, Th.2.36 codd.; ἡ βάρβαρος (sc. γῆ), opp. αἱ Ἑλληνίδες πόλεις, Th.2.97, cf.A.Pers.187, X.An.5.5.16. Adv. -ρως, opp. Ἑλληνικῶς, Porph.Abst.3.3.    2 esp. of language, φωνὴ β. A.Ag.1051, Pl.Prt.341c; γλῶσσα β. S.Aj.1263, cf. Hdt.2.57, Str. l. c. supr., etc.; συλλραφαί Hippias 6 D.; of birds, Ar.Av.199. Adv., βαρβάρως, ὠνόμασται have foreign names, Str.10.3.17.    3 Gramm., of bad Greek, Gell.5.20.5; τὸ β., of style, opp. Ἑλληνικόν, S.E.M.1.64.    II after the Persian war, brutal, rude, ἀμαθὴς καὶ β. Ar.Nu. 492; τὸ τῆς φύσεως β. καὶ θεοῖς ἐχθρόν D.21.150; σκαιὸς καὶ β. τὸν τρόπον Id.26.17; β. ἀνηλεής τε Men.Epit.477: Comp. -ώτερος X. Eph.2.4: Sup., πάντων βαρβαρώτατος θεῶν Ar.Av.1573, cf. Th.8.98, X.An.5.4.34.    III used by Jews of Greeks, LXX2 Ma.2.21.    IV name for various plasters, Androm. and Herasap.Gal.13.555. (Onomatopoeic acc. to Str.14.2.28.)

German (Pape)

[Seite 432] ον (onomatopoetisch, vgl. F. Roth über Sinn und Gebrauch des Wortes Barbar, Nürnberg 1814, u. Grotefend in Ersch u. Gruber Encykl. VII p. 346), bezeichnet zunächst eine harte, rauhtönende Sprache, vgl. βαρβαρόφωνος bei Hom., der sonst βάρβαρος als Ggstz des Griechischen nicht kennt, weil er, wie Thuc. 1, 3 bemerkt, auch Hellenen nicht als Gesammtnamen hat. Vgl. Sengebusch Homer. diss. I p. 141. Erst später wird das Wort βάρβαρος geläufiger, bes. von den Perserkriegen an, wo sich der Ggstz zwischen Hellenen u. Ausländern oder Nichthellenen klar ausspricht; nach Plat. Polit. 262 d ist die ganze Erde in die zwei ungleichen Hälften, die größere der Barbaren, die kleinere der Griechen, getheilt; zuerst im Orak. des Battus, D. Sic. Vat. Exc. p. 15, 7; Her. 2, 158; Pind. I. 5, 23 πόλις; bald gehässiger u. verächtlicher Nebenbegriff, des Unfreien, Unedlen, Feigen u. Rohen. Welches Volk speciell durch βάρβαροι bezeichnet werde, ergiebt der Zusammenhang; bes. oft heißen so die Perser bei Thuc., Xen.; ebenso die Aegyptier, die nach Her. 2, 158 ebenfalls alle nicht ägyptisch Redenden βάρβαροι nannten; Thraker, Macedonier, die erst seit Alexander mit den Hellenen vereinigt den anderen Barbaren entgegengestellt werden. Die Römer hießen u. nannten sich selbst Barbaren, bis griech. Sprache u. Bildung in Rom einheimisch wurden u. nun von Augustus Römer u. Griechen vereinigt, od. übh. alle Völker mit griechisch-römischer Bildung den übrigen Barbaren wie den Germanen entgeggstzt wurden, welche bes. diesen Namen erhielten u. von den stolzen Italienern noch lange hören mußten. Als adj., 1) ausländisch, γλῶσσα Plat. Prot. 341 b; bes. Tragg., von dem, was den Persern gehört, so oft in Aesch. Pers.; πόλις Thuc. 7, 80; ἡ βάρβαρος, sc. γῆ, Ausland, nicht hellenisches Land, 2, 97; vgl. Xen. An. 5, 5, 16. – 2) Von der Sprache, unverständlich, βάγματα β., entggstzt σαφηνῆ, Aesch. Pers. 626; φωνή, von der Schwalbe, Ar. 1021, was wie Ar. Ran. 687 zugleich Anspielung auf den Mythus der Verwandlung der Procne ist; γλῶσσα Soph. Ai. 1242; vom undeutlichen Gezwitscher der Vögel Ar. Av. 199; Sp. bezeichnen damit auch das eigentliche Fehlerhafte im mündlichen u. schriftlichen Ausdruck. – 3) Im Ggstz gegen griech. Bildung, roh, ungebildet, ἄνθρωπος ἀμαθὴς καὶ βάρβαρος Ar. Nub. 490; σκαιὸς καὶ β. τὸν τρόπον Dem. 26, 17. – Superl. βαρβαρώτατος Thuc. 8, 98; Xen. An. 5, 4, 34.

Greek (Liddell-Scott)

βάρβᾰρος: -ον, βάρβαρος, δηλ. οὐχὶ Ἑλληνικός, ξένος πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ ἤθη ἢ τὴν γλῶσσαν, ξένος· ἦτο δὲ ἡ λέξις γνωστὴ τῷ Ὁμήρῳ διότι λέγει: Κᾶρες βαρβαρόφωνοι Ἰλ. Β. 867· μετὰ ταῦτα ὡς οὐσιαστ., βάρβαροι, οἱ κατ’ ἀρχὰς πάντες οἱ μὴ Ἕλληνες, ἀκολούθως δὲ κατ’ ἐξοχὴν οἱ Μῆδοι καὶ Πέρσαι Σιμων. 141, Αἰσχύλ. Πέρσ. 255, 337, 434, Ἡρόδ., κτλ.· τίθεται δὲ τὸ ὄνομα τοῦτο ὑπὸ τοῦ Αἰσχύλ. (Πέρσ. 187) καὶ εἰς τῆς Ἀτόσσης τὸ στόμα. Οὕτως ὁ Πλάτων διαιρεῖ τὸ ἀνθρώπινον γένος εἰς Ἑλληνας καὶ βαρβάρους, Πολιτ. 262D, πρβλ. Θουκ. 1. 3, Ἀριστ. Ἀποσπ. 81, Στράβ. 661 κἑξ.· τούτων οἱ Ἕλληνες ἐθεώρουν ἑαυτοὺς φύσει ἀνωτέρους, βαρβάρων Ἕλληνας ἄρχειν εἰκὸς Εὐρ. Ι. Α. 1400· β. καὶ δοῦλον ταὐτὸν φύσει Ἀριστ. Πολ. 1. 2, 5· οἱ β. δουλικώτεροι τὰ ἤθη φύσει τῶν Ἑλλήνων αὐτόθι 3. 14, 6· β. πόλεμον, πόλεμον πρὸς τοὺς βαρβάρους, Θουκ. 2. 36· -ἡ βάρβαρος (ἐξυπακουομ. γῆ), ἀντίθ. τῷ αἱ Ἑλληνίδες πόλεις Θουκ. 2. 97, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 5. 5, 16. Οἱ Αἰγύπτιοι εἶχον παρόμοιον ὅρον δι’ ἅπαντας τοὺς ξένους (Ἡρόδ. 2. 158), ὡς οἱ Σῖναι τανῦν· καὶ οἱ Ἑβραῖοι δὲ ἐκάλουν περιληπτικῶς τοὺς λοιποὺς ἄνθρώπους Coim, Ἐθνικούς. Διὰ τῆς λέξεως ταύτης ἐχαρακτηρίζοντο πᾶσαι αἱ ἐλλείψεις ὅσας οἱ Ἕλληνες ἐθεώρουν ξένας πρὸς ἑαυτοὺς καὶ φυσικὰς εἰς ἅπαντα τὰ λοιπὰ ἔθνη· ἀλλά, 2) ἐπειδὴ οἱ Ἕλληνες καὶ βάρβαροι διέφερον ἀλλήλων πάντων μάλιστα κατὰ τὴν γλῶσσαν, ἡ λέξις ἀνεφέρετο πρὸ πάντων εἰς τὴν γλῶσσαν, φωνὴ β. Αἰσχύλ. Ἀγ. 1051, Πλάτ. Πρωτ. 341C· γλῶσσα β. Σοφ. Αἴ. 1263, κτλ.· οὕτως ὁ Ἀριστοφ. (Ὄρν. 199) καλεῖ τοὺς ὄρνεις βαρβάρους, ὡς ᾄδοντας ἀνάρθρως, πρβλ. Ἡρόδ. 2. 57, Στράβ. 662, ἔνθα ὑπάρχει πλήρης τῆς λέξεως ἐξέτασις· - οὕτως ἐπίρρ., βαρβάρως ὠνόμασται, ἔχουσι ξένα ὀνόματα, Στράβ. 471· ἴδε βαρβαρικός, κάρβανος. 3) παρὰ γραμμ. ἡ λέξις ἐδήλου σφάλμα γινόμενον ἐν τῇ χρήσει τῆς Ἑλλην. γλώσσης, Λουκ. Σολοικ. 5· πρβλ. βαρβαρισμός. ΙΙ. μετὰ τὰ περσικὰ ἡ λέξις ἔλαβε τὴν περιφρονητικὴν σημασίαν τοῦ ξένος, κτηνώδης, ἀμαθής, ἄγροικος, ἀμαθὴς καὶ βάρβαρος Ἀριστοφ. Νεφ. 492· τὸ τῆς φύσεως βάρβαρον Δημ. 563. 13· βαρβαρώτατος Ἀριστοφ. Ὄρν. 1573, Θουκ. 8. 98, Ξεν. Ἀν. 5. 4, 34, πρβλ. Ἀριστ. Πολ. 1. 2, 4. ΙΙΙ. οἱ Ρωμαῖοι ἐκάλουν καὶ ἑαυτοὺς βαρβάρους μέχρι τῶν χρόνων καθ’ οὓς ἡ Ἑλλην. γλῶσσα καὶ φιλολογία μετεφυτεύθησαν εἰς Ρώμην (“Marcus vortit barbare”, τ. ἔ. Latine λέγει ὁ Πλαῦτος περὶ ἑαυτοῦ, Prolog. Αsin.· ἀλλ’ ἴδε Ὀβίδ. Trist. 5. 10, 37). Ἀπὸ τῶν χρόνων δ’ ὅμως τοῦ Αὐγούστου τὸ ὄνομα ἐδίδετο εἰς πάντα τὰ ἔθνη ὅσα δὲν μετεῖχον τῆς Ἑλληνικῆς ἢ Ρωμαϊκῆς παιδείας. IV. καθ’ ὅσον δὲ οἱ Ρωμαῖοι ἐξετείνοντο καὶ ὁ Ἑλληνικὸς καὶ Ρωμαϊκὸς πολιτισμός, τὸ ὄνομα περιωρίσθη εἰς τὰ Τευτονικὰ φῦλα· ἂν καὶ οἱ Ἕλληνες συγγραφεῖς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπέμενον ἀποκαλοῦντες οὕτω τοὺς Ρωμαίους μέχρι τέλους. (Κοινῶς θεωρεῖται ἡ λέξις ὡς ὠνοματοποιημένη πρὸς ἔκφρασιν τοῦ ἤχου ξένης γλώσσης, Στράβ. 662· ὁ Κούρτ. ἀμφιβάλλει περὶ τῆς σχέσεως τῆς λέξεως πρὸς τὸ Σανσκριτ. varbaras ἢ barbaras (ὅπερ φαίνεται ὅτι σημαίνει οὖλος), καὶ παραβάλλει αὐτὴν πρὸς τὰ Λατ. balbus, balbutio Πρβλ. ὡσαύτως τοῦ Cibbon κεφ. 51, Roth über Sinn u. Cebrauch des Worles b a r b a r, Nürnberg 1814).

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
I. étranger, barbare, càd non grec ; ἡ βάρβαρος (γῆ) les pays étrangers, οἱ βάρβαροι les étrangers, p. opp. aux Grecs, particul. les Mèdes et les Perses ; βάρβαρος φωνή ESCHL, γλῶσσα βάρβαρος SOPH langue étrangère ou barbare;
II. qui concerne les étrangers ou barbares : βάρβαρος πόλεμος THC guerre étrangère, avec les barbares;
III. semblable au langage ou aux mœurs des barbares :
1 barbare, incorrect;
2 grossier, non civilisé.
Étymologie: cf. lat. balbus.

English (Slater)

βάρβᾰρος, -ον
   1 of barbarous speech οὐδ' ἔστιν οὕτω βάρβαρος οὔτε παλίγγλωσσος πόλις, ἅτις οὐ Πηλέος ἀίει κλέος (I. 6.24)

Spanish (DGE)

(βάρβᾰρος) -ον
I en rel. c. la lengua
1 ininteligible, bárbaro φωνή A.A.1051, Pl.Prt.341c, γλῶσσα Hdt.1.57, S.Ai.1263, διάλεκτος Hymn.Is.26 (Maronea), βοά Hdt.2.57, E.Or.1385, ἀκοά E.Ph.819, μέλη E.IT 1337, συγγραφαί Hippias B 6
de pájaros cuyos trinos son ininteligibles Ar.Au.199, cf. Corinn.2.4.4 (s. cont.), 1Ep.Cor.14.11 (v. I 2)
subst. neutr. plu. βάρβαρα σαφηνῆ palabras claras en (nuestra) lengua bárbara (habla el coro de persas), A.Pers.635
onomatopeya según Str.14.2.28.
2 de la lengua griega plagada de barbarismos, incorrecta por parte de ciertos autores, Gell.5.20.5
subst. τὸ Βάρβαρον op. τὸ Ἑλληνικόν S.E.M.1.64.
3 βάρβαρος λέξις sólo en lat. barbarolexis, utilización en la escritura de términos extranjeros op. βαρβαρισμός ‘utilización en el habla’, Sacerd.6.451.15
gener. utilización de términos extranjeros Donat.392.7, Seru.4.444.8, Consentius p.386, Isid.Etym.1.32.2.
4 ref. a pers. y personif. bárbaro, que no entiende o no es entendido ψυχαί Heraclit.B 107, ἐὰν οὖν μὴ εἰδῶ τὴν δύναμιν τῆς φωνῆς, ἔσομαι τῷ λαλοῦντι καὶ ὁ λαλῶν ἔν ἐμοὶ β. 1Ep.Cor.14.11.
II op. lo ‘griego’ de pueblos y países (c. frec. de pueblos persas y asiáticos, incluidos los troyanos)
1 bárbaro, extranjero
a) tierra y poblaciones: πόλις Pi.I.6.24, cf. Th.7.8, X.An.7.1.28, Ep.Diog.5.4, γαῖα A.Pers.187, cf. S.El.95, Tr.236, E.IA 1400, X.An.5.5.10, ποταμός E.Ba.407, cf. Ar.Ra.682;
b) razas y pers. ἔθνη Simon.106a.3D., Hdt.1.4, Th.6.6, Plb.3.37.11, γένος S.Fr.587, E.Andr.173, φῦλα E.IT 886, λαός LXX Ps.113.1, cf. PMasp.4.16 (VI d.C.)
de pers. en plu., A.A.919, S.Tr.252, Ai.1289, Ar.Ach.168, Hdt.7.169, βαρβάρους πάντας οἱ Αἰγύπτιοι καλέουσι τοὺς μή σφισι ὁμογλώσσους Hdt.2.158, Φρύξ S.Ai.1292, cf. Ar.Au.1700, E.Hel.295, Th.1.3, 24, 2.80, Lyc.150, Ar.Th.1171, βάρβαρον λέχος boda con un bárbaro E.Med.591;
c) de ejércitos y armadas στράτευμα A.Pers.423, E.Rh.612, σύμμαχοι Th.1.82, X.An.1.7.3, ἀκοντισταί Th.7.42, τοξότας τινὰς τοὺς βαρβαρωτάτους Th.8.98, πλάτα E.Hel.234, 1117, ἔγχος CIRB 119.11 (II/I a.C.);
d) instituciones y religión νόμος A.Th.463, E.Andr.243, Hel.800, βασιλεῖς X.Cyr.3.3.26, θεοί Ar.Au.1520, 1525, 1573;
e) ropas y costumbres πέπλοι A.Supp.235, E.Hel.1132, Tr.991, εὐοσμία S.Fr.370, ἤθη Plb.1.65.7;
f) subst. (el, los) bárbaros de pueblos asiáticos, esp. los persas μήτε ἔργα μεγάλα ... τὰ μὲν Ἕλλησι, τὰ δὲ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα, ἀκλεᾶ γένηται Hdt.1.proem., cf. Hippias B 6, Gorg.B 11a.7, στρατὸς βαρβάρων A.Pers.255, cf. 337, 434, Th.1.50, Ar.Ra.724, X.An.2.1.7, Cyr.1.2.1, SEG 26.1282.13 (Eritras IV a.C.), SIG 283.11 (Quíos IV a.C.), Milet 1(3).155.15 (II d.C.), de otros pueblos Ἴβηρας καὶ ἄλλους τῶν ἐκεῖ ... βαρβάρων Th.6.90, cf. Ar.Ach.77, Isoc.4.34, Plb.3.52.3, Aen.Tact.24.17, Isidorus 1.15, Aristid.Quint.57.29, ἀπὸ τῆς ἔξω θαλάσσης καὶ τῶν ἐκεῖ βαρβάρων σωθέντες IP 8(3).63.5 (II d.C.), cf. Amph.Seleuc.28, Ἕλλην ἐν βαρβάροις de Temístocles, Philostr.Im.2.31, cf. I.BI 1.3, de los gálatas OGI 763.10 (Mileto II a.C.), SIG 700.24 (Leta), tal vez de gálatas o getas FD 4.75.26, IPE 12.402.14 (II a.C.), de los malteses Act.Ap.28.2, de los partos IGBulg.2.659.29 (II d.C.), de los indios en el mito de Dioniso IMEG 26.12 (III d.C.)
de los bárbaros invasores que presionaban al imperio romano y bizantino, esp. los godos IGBulg.12.1, 3.1677 (ambas III d.C.), Hell.6.117.8 (Lidia III d.C.), fig. Ἄρης β. prob. de un ejército godo Didyma 159.1.3 (III d.C.), cf. IStratonikeia 1103.3 (I d.C.), de pueblos etíopes o abisinios SB 8545B (Nubia I d.C.), cf. PMasp.4.9 (VI d.C.), Βαβυλώνιοι· οἱ βάρβαροι, παρὰ τοῖς Ἀττικοῖς Hsch.;
g) en rel. c. especulaciones sobre su naturaleza φύσει πάντες ὁμοίως πεφύκαμεν καὶ βάρβαροι καὶ Ἕλληνες Antipho Soph.B 44B.2.13, cf. Ocell.42, Diog.Oen.32.2.12, pero según Aristóteles: οἱ βάρβαροι δουλικώτεροι τὰ ἤθη φύσει τῶν Ἑλλήνων Arist.Pol.1285a20, cf. 1252b5, βαρβάρων δ' Ἕλληνας ἄρχειν εἰκός E.IA 1400, cf. Fr.719, cf. Thrasym.2
sobre sus costumbres y carácter: de la comunidad de bienes, Arist.Pol.1263a8, cf. EN 1145a31 (cf. II 4)
las diferencias lingüísticas vistas como algo secundario e instituido por una divinidad Hymn.Is.32 (Cime);
h) sg. colectivo ὁ β. Hdt.7.6, Th.1.14, 3.56, Thrasym.B 2, Ar.V.1078, X.Ages.1.7, 2.1, Isoc.4.163, Hell.Oxy.18.1, D.9.45, Plb.35.5.1
ἡ β. tierras extranjeras, barbaras Th.2.97, Plb.5.33.5, Ocell.47
neutr. plu. βάρβαρα συρίζων tocando con la flauta sones bárbaros E.IA 576.
2 con los bárbaros πόλεμος op. la ‘guerra civil’, Th.2.36, Plb.4.45.5.
3 desde el punto de vista de la ideología jud. crist. gentil, pagano τὰ βὰρβαρα πλήθη LXX 2Ma.2.21
incluso griego β. φιλοσοφία Clem.Al.Strom.5.1.9, 56, 57
subst. οἱ βάρβαροι los gentiles dicho por los judíos, I.Ap.2.148, por los cristianos Ἕλληνες ἔσεσθε ... καὶ βάρβαροι Gr.Nyss.Eun.2.464.
4 bárbaro, brutal, no civilizado ἀμαθὴς καὶ β. Ar.Nu.492, φύσις Ar.Th.1129, ἐπιχείρημα Gorg.B 11.7, σκαιὸς καὶ β. τὸν τρόπον D.26.17, β. ἀνηλεής τε Men.Epit.898, cf. Plb.36.15.6, op. ἥμερος IEphesos 3446.4, sup. βαρβαρωτάτους ... καὶ πλεῖστον τῶν Ἑλληνικῶν νόμων κεχωρισμένους X.An.5.4.34
subst. ἡ β. de una prostituta AP 5.2
neutr. τὸ βάρβαρον barbarie ἐκβαλὼν δὲ καρδίας τὸ βάρβαρον E.Hec.1129, λέγειν βάρβαρά τε καὶ ἀτάσθαλα diciendo cosas bárbaras e insolentes de los que golpeaban el mar por orden de Jerjes, Hdt.7.35, βάρβαρα· ἀσύνετα, ἄτακτα Hsch.
III cien.
1 medic. subst. ὁ, ἡ el bárbaro o la bárbara n. de varios emplastos y escayolas, Androm. en Gal.13.559, Heras en Gal.13.557, Cass.Fel.39 (p.87.21); cf. βαρβάρα.
2 zool. n. vulgar del abejaruco Seru.Georg.4.14.
IV adv. -ως
1 en lengua bárbara o extranjera β. ὠνόμασται tienen nombres extranjeros Str.10.3.17, ὅπως ἂν καὶ φωνηθῇ, εἴτε β. εἴτε ἑλληνικῶς εἴτε κυνικῶς ἢ βοϊκῶς Porph.Abst.3.3.
2 bárbaramente, brutalmente ἀγρίως καὶ β. ἀπολέσαι LXX 2Ma.15.2. • DMic.: pa-pa-ro (?).

• Etimología: De origen onomatopéyico, que haría alusión al modo de hablar, cf. ai. barbara.

English (Abbott-Smith)

βάρβαρος, -ον (prob. onomatop., descriptive of unintelligible sounds), [in LXX: Ps 113 (114):1 (לעז), Ez 21:31 (36) (בּער), II Mac 2:21 4:25 10:4, III Mac 3:24*;]
barbarous, barbarian, strange to Greek language and culture (and also, after the Persian war, with the added sense of brutal, rude): Ac 28:2, 4 Ro 1:14, I Co 14:11, Col 3:11 (v. Lft., in l., and Notes, 249).†

English (Strong)

of uncertain derivation; a foreigner (i.e. non-Greek): barbarian (barbarous).

English (Thayer)

βαρβαρον;
1. properly, one whose speech is rude, rough, harsh, as if repeating the syllables βαρβαρ (cf. Strabo 14,2, 28, p. 662; ὠνοματοπεποίηται ἡ λέξις, Etym. Magn. (188,11 (but Gaisf. reads βραγχός for βάρβαρος); cf. Curtius, § 394; Vanicek, p. 561)); hence,
2. one who speaks a foreign or strange language which is not understood by another (Herodotus 2,158 βαρβάρους πάντας οἱ Αἰγύπτιοι καλεουσι τούς μή σφισι ὁμογλωσσους, Ovid. trist. 5,10, 37 barbarus hic ego sum, quia non intelligor ulli); Song of Solomon 1Corinthians 14:11.
3. The Greeks used βάρβαρος of any foreigner ignorant of the Greek language and the Greek culture, whether mental or moral, with the added notion, after the Persian war, of rudeness and brutality. Hence, the word is applied in the N. T., but not reproachfully, in Μελίτη, which see), who were of Phoenician or Punic origin; and to those nations that had, indeed, some refinement of manners, but not the opportunity of becoming Christians, as the Scythians, Lightfoot at the passage). But the phrase Ἕλληνες τέ καί βάρβαροι forms also a periphrasis for all peoples, or indicates their diversity yet without reproach to foreigners (Plato, Theact., p. 175{a}; Isocrates, Euag c. 17, p. 192b.; Josephus, Antiquities 4,2, 1and in other writings); so in Philo de Abr. § 45 under the end of all nations not Jews. Josephus, b. j. prooem. I reckons the Jews among barbarians.) Cf. Grimm on Lightfoot on Col. as above; B. D. under the word Smith's Bible Dictionary, Barbarian).

Greek Monolingual

-η, -ο (AM βάρβαρος, -ον)
1. αλλοεθνής, αλλόγλωσσος, μη Έλληνας
2. άξεστος, απολίτιστος
3. σκληρός, απάνθρωπος
μσν.- νεοελλ.
το αρσ. ως ουσ. ο βάρβαρος ή οι βάρβαροι
1. άνθρωποι απολίτιστοι
2. οι Τούρκοι
αρχ.
το θηλ. ως ουσ.βάρβαρος
οι χώρες των βαρβάρων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένη λέξη που χαρακτηρίζεται από αναδιπλασιασμό της συλλαβής βαρ-. Ταυτίζεται με το αρχ. ινδ. barbaraψελλίζω, τραυλίζω» και συνδέεται με σουμερ. barbar «ξένος», σημιτ.-βαβυλ. barbaru «ξένος». Το λατ. barbarus, από το οποίο προήλθαν οι αντίστοιχοι ευρωπαϊκοι τύποι (πρβλ. αγγλ. barbarian, γαλλ. barbare, γερμ. Barbar), είναι δάνειο από την Ελληνική.
ΠΑΡ. βαρβαρίζω, Βαρβαρικός, βαρβαρώνομαι (-ούμαι)
αρχ.-μσν.
βαρβαρία
μσν.
βαρβαρώδης- μσν.-νεοελλ. βαρβαρότης (-τα).
ΣΥΝΘ. αρχ. βαρβαροστομία
αρχ.-μσν.
βαρβαρόθυμος, βαρβαρόφρων, βαρβαρόφωνος
μσν.
βαρβαρόγλωσσος, βαρβαρότροπος, βαρβαρόφυλος.

Greek Monotonic

βάρβᾰρος: -ον, I. βαρβαρικός, δηλ. ο μη ελληνικός, ξένος, αλλοδαπός· λέξη γνωστή στον Όμηρ., όπως φαίνεται από τη λέξη βαρβαρόφωνος στην Ομήρ. Ιλ.· ως ουσ., βάρβαροι, οἱ, αρχικά όλοι οι μη Έλληνες, ιδίως οι Μήδοι και οι Πέρσες, σε Ηρόδ., Αττ.· ομοίως αποκαλούσαν οι Εβραίοι την υπόλοιπη ανθρωπότητα Gentiles, Εθνικούς. Από την εποχή του Αυγούστου πάντως, το όνομα αποδίδεται από τους Ρωμαίους σε όλες τις φυλές που δεν είχαν ελληνική ή ρωμαϊκή παιδεία.
II. Μετά τους Περσικούς πολέμους, η λέξη έλαβε τη σημασία του ξένου, του αλλοδαπού· ἀμαθὴς καὶ βάρβαρος, σε Αριστοφ.· βαρβαρώτατος, στον ίδ., Θουκ. (αμφίβ. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

βάρβᾰρος:
1) варварский, т. е. негреческий, иноземный (φωνή Aesch.; γλῶσσα Soph.; πόλις Thuc.; τάξις Plut.): β. πόλεμος Thuc. война с иноземцами;
2) непонятный, невнятный (βάγματα Aesch.);
3) изъясняющийся на неправильном греческом языке Luc.;
4) варварский, некультурный, грубый (ἀμαθὴς καὶ β. Arph.; sc. ἔθνη Xen.).
II ὁ варвар, т. е. не грек, чужеземец Aesch., Eur., Her., Thuc., Xen., Plat., Arst., Plut., Luc.
III ἡ (sc. γῆ) негреческая страна Aesch., Thuc., Xen.

Etymological

-ον
Grammatical information: subst. m. and adj.
Meaning: foreign(er), non-Greek, also uncivilised, raw (Ion.-Att.; βαρβαρόφωνος (Il.).
Derivatives: 1. βαρβαρίζω behave like a b., side with the b. = Persians (Hdt.).2. βαρβαρόομαι become a b. (S.).
Origin: ONOM [onomatopoia, and other elementary formations]
Etymology: Onomatopoetic redupl. formation, identical with Skt. (postved.) barbara- stammer, pl. of non-aryan peoples. Thus Sumer. barbar foreigner, but Acc. barbaru means wolf. Hardly from Babyl.-Sumer. origin. From βάρβαρος Lat. barbarus. Originally refers to the language, s. Schwyzer 78. - Comparable formations in other I.-Eur. languages Pok. 91f., Mayrhofer EWAia 2, 217 balbala-.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βάρβαρος -ον barbaars, vreemd, niet-Grieks
1. buitenlands, vreemd, niet-Grieks, spec. Perzisch:; βαρβάρων ἐστὶ ψυχῶν ταῖς ἀλόγοις αἰσθήσεσι πιστεύειν het is eigen aan niet-Griekse geesten om ongerijmde waarnemingen te vertrouwen Heraclit. B 107; β. πολέμιος een buitenlandse vijand Thuc. 2.36; ἡ βάρβαρος (γῆ) het land van de Perzen Thuc. 2.97; subst. (οἱ) βάρβαροι buitenlanders, niet-Grieken (spec. van de Perzen) :. στρατὸς... βαρβάρων het leger der niet-Grieken Aeschl. Pers. 255; οὐδὲ βαρβάρους εἴρηκε διὰ τὸ μηδὲ Ἕλληνάς πω... ἐς ἓν ὄνομα ἀποκεκρίσθαι en (Homerus) heeft (de Trojanen) geen ‘niet-Grieken’ genoemd omdat de Grieken ook nog niet onder één naam waren onderscheiden Thuc. 1.3.2; διὰ... τὸ δουλικώτεροι εἶναι... φύσει οἱ... βάρβαροι τῶν Ἑλλήνων doordat buitenlanders van nature slaafser zijn dan Grieken Aristot. Pol. 1285a20.
2. speciaal van taal buitenlands, vreemd, d.w.z. onverstaanbaar :. ἀγνῶτα φωνὴν βάρβαρον κεκτημένη een onbekende, vreemde taal gebruikend Aeschl. Ag. 1051; γλῶσσα β. een vreemde taal Soph. Ai. 1263.
3. ongunstig vreemd, d.w.z. onbeschaafd, barbaars:; ἀμαθὴς... καὶ βάρβαρος onwetend en barbaars Aristoph. Nub. 492; ook superl.. τούτους ἔλεγον... βαρβαρωτάτους... καὶ πλεῖστον τῶν Ἑλληνικῶν νόμων κεχωρισμένους ze zeiden dat die mensen het meest barbaars waren en het verst afstonden van Griekse gebruiken Xen. An. 5.4.34.

Middle Liddell

[deriv. uncertain]
I. barbarous, i. e. not Greek, foreign, known to Hom., as appears from the word βαρβαρόφωνος in Il.:—as Subst. βάρβαροι, οἱ, originally all that were not Greeks, specially the Medes and Persians, Hdt., attic: so the Hebrews called the rest of mankind Gentiles. From the Augustan age however the name was given by the Romans to all tribes which had no Greek or Roman accomplishments.
II. after the Persian war the word took the sense of outlandish, ἀμαθὴς καὶ βάρβαρος Ar.; βαρβαρώτατος Ar., Thuc.