Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άκοσμος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἄκοσμος, -ον)
απρεπής, ανάρμοστος
αρχ.
1. άτακτος, ακατάστατος
2. αστόλιστος
3. άσημος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < - στερητ. + κόσμος.
ΠΑΡ. ακοσμία
αρχ.
ἀκοσμήεις, ἀκοσμῶ].