Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άροτρο

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

το (AM ἄροτρον)
το αλέτρι
αρχ.
μτφ. στον πληθ. «ἄρσενα πατρὸς ἄροτρα» — τα γεννητικά όργανα του άντρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ar∂3-tro-, όπου το 3 αντιπροσωπεύεται στην Ελληνική από το -ο- (πρβλ. αρόω, -ώ)-πρβλ. λατ. arātrum (με υστερογενές -a- κατά το arāre «αροτριώ»), αρμεν. arawr-, ιρλ. arathar. Μόνο στην κρητική διάλεκτο απαντά ο τ. άρατρον, με θέμα σε -α (πρβλ. αράω, αράσοντι). Σε άλλες γλώσσες παρατηρείται σχηματισμός με επίθημα σε -Ι (< ar∂3-tlo-), πρβλ. λιθ. άrklαs, αρχ. σλαβ. rαlo. Ο όρος άροτρον χρησιμοποιείται ευρύτατα από τον Όμηρο μέχρι τους μεσαιωνικούς χρόνους για να δηλώσει το γεωργικό εργαλείο για την καλλιέργεια της γης, ενώ εν συνέχεια εξελίχθηκε στον τ. αλέτρι.
ΠΑΡ. αροτριώ
αρχ.
αροτρεύω.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. αροτρόπους].