Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αλέτρι

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

το
1. γεωργικό εργαλείο για την καλλιέργεια της γης, το άροτρο
2. το μέρος του αλετριού που αποτελεί τη βάση του εργαλείου αυτού, στο άκρο του οποίου εφαρμόζεται το υνί (αλετροπόδι)
3. αλέτρισμα, όργωμα
4. ο αστερισμός της Μεγάλης Άρκτου
5. φρ. «μπήκε στ' αλέτρι», καταπιάστηκε με σκληρή ή μονότονη δουλειά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Από το αρχ. ουσ. ἄροτρον > υποκορ. ἀρότριον > ἀρότρι > ἀρέτρι (με τροπή του ο σε ε) > αλέτρι με ανομοίωση.
ΠΑΡ. νεοελλ. αλετράκι, αλετράς, αλετριά, αλετρίδα, αλετρίζω.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. αλετρόδεμα, αλετροκουρούνα, αλετροκράτημα, αλετροουρά, αλετρόπιασμα, αλετροπόδι, αλετρόχερη, αλετροχέρι].