Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εἰκασία

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: εἰκᾰσία Medium diacritics: εἰκασία Low diacritics: εικασία Capitals: ΕΙΚΑΣΙΑ
Transliteration A: eikasía Transliteration B: eikasia Transliteration C: eikasia Beta Code: ei)kasi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A likeness, representation, X.Mem.3.10.1.    II comparison, Plu. Them.29; estimate, ἐξ εἰκασίας PTeb.61 (a).186, al. (ii B. C.).    III conjecture, Hp.Morb.1.1, Pl.Sis.390c, Ph.2.91, Hierocl. p.37 A. (pl.), etc.; doubt, Phld.Rh.1.249S.    IV apprehension of or by means of images or shadows, Pl.R.511e,534a.

German (Pape)

[Seite 726] ἡ (εἰκάζω), Abbildung; γραφικὴ ἡ εἰκ. τῶν ὁρωμένων Xen. Hem. 3, 10, 1; Hesych. ὁμοιότης. – Vergleichung, Plut. Them. 29; bei den Rhett. = εἰκών, Gleichniß, Demetr. eloc. 80. – Vermuthung, Plat. Rep. VI, 511 e VII, 534 a; Luc. Amor. 8.

Greek (Liddell-Scott)

εἰκᾰσία: ἡ, (εἰκάζω) ὁμοίωμα, εἰκών, παράστασις, Ξεν. Ἀπομν. 3. 10, 1. ΙΙ. σύγκρισις, παραβολή, Πλουτ. Θεμ. 29. ΙΙΙ. τὸ εἰκάζειν, εἰκασία, συμπερασμός, Πλάτ. Πολ. 511Ε, 534Α.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
1 représentation, image;
2 assimilation, comparaison.
Étymologie: εἰκάζω.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): jón. -ίη Hp.Morb.1.1
I 1representación, ἆρα ... γραφική ἐστιν εἰ. τῶν ὁρωμένων; ¿acaso no es la pintura una representación de lo visto? X.Mem.3.10.1, μάταιον ἐπιεικῶς ἐκ τῶν κάτω τῶν ἄνω τὴν εἰκασίαν λαμβάνειν es bastante vano hacerse una representación de lo celestial a partir de lo terrenal Gr.Naz.M.36.144B.
2 comparación ἡσθέντος τοῦ βασιλέως τῇ εἰκασίᾳ encantado el rey con la comparación Plu.Them.29, cf. Gr.Naz.Ep.126.2
ret. símil ἐπὰν ... κινδυνώδης ἡ μεταφορὰ δοκῇ, μεταλαμβανέσθω εἰς εἰκασίαν Demetr.Eloc.80, cf. 89, Ph.2.91.
II 1conjetura ὅσα εἰκασίῃ ἢ λέγεται ἢ ποιεῖται cuanto se dice o se hace por conjetura Hp.l.c., op. ἐπιστήμη Pl.Sis.390c, op. διάνοια Pl.R.534a, εἰκασία καὶ στοχασμός Ph.2.217, εἰκασίαις ... διαφόροις περὶ τοῦ συμβαίνοντος ἐμβάλλουσι δύ' ἄνδρες Hierocl.8.9
estimación, tasación, cálculo de la cuantía o valor de algo κατ' εἰκασίαν συντίμησις valoración estimativa de los bienes de una persona POxy.3508.27 (I d.C.), esp. ref. al cálculo de las cosechas ὁ ἀπεσταλμένος ... πρὸς τῇ ε[ἰ] κασίᾳ τοῦ σησάμου PTeb.713.2, cf. 72.376, SB 7188.46 (todos II a.C.).
2 duda ὁ δ' εἰκασίαν ... προσφέρων Phld.Rh.1.249.

Greek Monolingual

η (AM εἰκασία) εικάζω
συμπέρασμα, υπόθεση
αρχ.
1. απεικόνιση, παράσταση, περιγραφή
2. σύγκριση, παραβολή.

Greek Monotonic

εἰκᾰσία: ἡ (εἰκάζω), ομοίωμα, εικόνα, σε Ξεν.
II. σύγκριση, υπόθεση, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

εἰκᾰσία:
1) изображение, образ, подобие (γραφική Xen.);
2) уподобление, сравнение (ἥδεσθαι τῇ εἰκασίᾳ Plut.);
3) предположение, догадка (πίστις καὶ εἰ. Plat.).

Middle Liddell

εἰκᾰσία, ἡ, εἰκάζω
I. a likeness, image, Xen.
II. a comparison, a conjecture, Plat.