Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάκρισις

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: διάκρῐσις Medium diacritics: διάκρισις Low diacritics: διάκρισις Capitals: ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ
Transliteration A: diákrisis Transliteration B: diakrisis Transliteration C: diakrisis Beta Code: dia/krisis

English (LSJ)

εως, ἡ, A separation, dissolution, opp. σύγκρισις, Emp. 58, Anaxag.10, Pl.Sph.243b, al.; segregation, τῶν ἡμαρτηκότων J.BJ 2.14.8; discrimination, καλοῦ τε καὶ κακοῦ Ep.Hebr.5.14; πνευμάτων 1 Ep.Cor.12.10; differentiation, Dam.Pr.1. 2 in concrete sense, resolved form, ἡ ἀτμὶς ὕδατος δ. ἐστιν Arist.Mete.340b3, 341b15. II decision, determination, Pl.Lg.765a, X.Cyr.8.2.27, A.R.4.1169; judicial decision, PLond.2.476.9 (i A.D.): metaph., Ep.Rom.14.1 (pl.); interpretation of dreams or omens, Ph.2.55, Paus.1.34.5; δ. σημειώσεως medical diagnosis, Sor.2.23: but in pl., αἱ ἐκ νούσων διακρίσιες determinations, crises, Hp.Genit.3. 2 examination of accounts or revision of accounts, διάκρισις πρακτόρων Wilcken Chr.41 iii6(iii A.D.). III decision by battle, τάξεων πρὸς ἀλλήλους Plb.18.28.3; quarrel, dispute, Epicur. Ep.1p.29U., Arat.109, Milet.3.149.39. IV in X.Cyn.4.1, space between the eyes in dogs. V separation of tumour from blood vessels, Antyll. ap. Orib.45.2.9. 2 secretion, οὔρων Aret.SA1.9, cf. Gal.6.382. VI a bandage, Id.18(1).777.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

διάκρῐσις: -εως, ἡ, χωρισμός, διάλυσις, ἀντίθετον σύγκρισις, Ἐμπεδ. παρ’ Ἀριστ. π. Γεν. καὶ Φθορ. 2.6, 11, Ἀναξ. ἐν τοῖς Φυσ. 3.4, 5, Πλάτ. κ. ἄλλ. 2) ἐν συγκεκριμένῃ ἐννοίᾳ, διάλυσις, ἡ ἀτμὶς ὕδατος δ. ἐστὶν Ἀριστ. Μετεωρ. 1.3, 18, πρβλ., 1.4, 3. ΙΙ. ἀπόφασις, κρίσις, Πλάτ. Νόμ. 765Α, Ξεν. Κύρ. 8.2, 27· ἑρμηνεία ὀνείρων ἢ οἰωνῶν, Παυσ. 1.34, 5. ΙΙΙ. φιλονικία, συζήτησις, Πολύβ. 18.11, 4· ἔρις, Ἄρατ. 109. ΙV. ἐν Ξεν. Κυν. 4,1, τὸ μεταξὺ τῶν ὀφθαλμῶν διάστημα παρὰ τοῖς κυσίν.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
(διά en séparant);
1 séparation ; distance, intervalle;
2 action de décider, décision, jugement.
Étymologie: διακρίνω.

Spanish (DGE)

-εως, ἡ
• Morfología: [gen. -ιος Hp.Cord.11; plu. nom. διακρίσιες Hp.Genit.3, Ti.Locr.94c]
I como acción fís.
1 separación c. gen. subjet. τὴν διάκρισιν καὶ τομὴν αὐτοῦ (τοῦ πυρός) περὶ τὸ σῶμα ἡμῶν Pl.Ti.61d, c. gen. obj. χρηστῶν καὶ πονηρῶν Plu.2.719b, ῥινοῖο Opp.H.1.288, ἀπὸ σώματος ψυχῆς Ph.1.410, ἐτησίων ὡρῶν διακρίσεις Ph.2.115, κόμης Plu.Crass.24, ἔχει τριχῶν κατεψηγμένων διάκρισιν Poll.4.140
medic. ablación, amputación (τῆς προσφύσεως) Sor.152.20.
2 fil. separación de los primeros elementos διάκρισιν ... ἀντὶ γενέσεως Anaxag.B 10, κατὰ τὴν πρώτην διάκρισιν Placit.2.13.2 (= Emp.A 53), cf. Arist.Metaph.988b33, ὁ τῶν στοιχείων χωρισμὸς καὶ δ. Hom.Clem.6.13
en distintos sistemas fil. separación de los componentes esenciales δ. καὶ διάλυσις ἡ παρὰ φύσιν Pl.Phlb.32a, cf. Dam.Pr.523, del cuerpo y el alma, Diog.Oen.39.4.7, en plu., Plu.2.424e
disgregación de los átomos al morir, de donde muerte Phld.Mort.8.22, Phld.Mort.37.34.
3 división de la tierra αἱροῦνται δὲ τρεῖς ἄνδρες ἐπὶ τὴν διάκρισιν καὶ διανομήν Plu.TG 13
τῶν πραγμάτων δ. trad. de lat. separatio bonorum Iust.Const.δέδωκεν 7d.
II medic., cien.
1 exhalación ἡ γὰρ ἀτμὶς ὕδατος δ. ἐστιν Arist.Mete.340b3, ἡ καπνώδης δ. Arist.Mete.341b15.
2 diferenciación, distinción de los miembros, crecimiento τῶν μελέων Hp.Nat.Puer.18, (τὰ ἐπικυήματα) ἢν μήπω διάκρισιν ἔχῃ Hp.Superf.1, ἐν τοῖς ᾠοῖς λαμβάνει τὴν διάκρισιν Arist.GA 740b2
disgregación τοῦ αἵματος Hp.Cord.11, Gal.9.602.
3 dilatación Pl.Ti.64e.
III efecto
1 espacio de separación entre los ojos μέτωπα πλατέα, τὰς διακρίσεις βαθείας X.Cyn.4.1, cf. Poll.5.57.
2 cierta manera de vendar Gal.18(1).777, Sor.Fasc.159.7.
IV de operaciones intelectuales
1 distinción διακρίσεως ἄξια γένη Pl.Lg.908b, καλοῦ τε καὶ κακοῦ Ep.Hebr.5.14, cf. Ach.Tat.3.2.9, διαίρεσις καὶ δ. τῶν ὀνομάτων Plu.2.23a, ἵν' ὁμόλογοι ταὶ διακρίσιες τῶν σωμάτων γίγνωνται Ti.Locr.l.c.
capacidad de distinción, discernimiento τῆς τῶν ἀμφισβητουμένων διακρίσεως τέχνη Luc.Herm.69, διακρίσεις πνευμάτων (facultad de) distinción entre los espíritus, 1Ep.Cor.12.10, χάρισμα διακρίσεως πνευμάτων Ath.Al.M.26.876B, cf. 900A, de las tres pers. de la Trinidad δ. ὑποστάσεων Gr.Nyss.Or.Catech.8.10, τοῦ νοῆσαι τὰς τέχνας αὐτοῦ Callinic.Mon.V.Hyp.24.102, πάντα μετὰ διακρίσεως ἐποίει Ath.Al.M.28.1496D.
2 interpretación de signos y presagios τῶν σημείων D.S.17.10, ὀνειράτων Paus.1.34.5, cf. Ph.1.660, σοφὸς ἐν διακρίσει λόγων 1Ep.Clem.48.5, cf. Sm.Ge.40.8
medic. diagnóstico αἱ ἐκ νούσων διακρίσιες Hp.Genit.3, τῆς σημειώσεως Sor.107.30.
3 admin. revisión, comprobación de libros de cuentas o documentos ὁ στρατηγὸς ... διάκρισιν πρακτόρων ποιησάμενος Wilcken Chr.41.3.6 (III d.C.), τῆς γενομένης ὑπ' ἐμοῦ ... διακρίσεως, ὡς ἐνεδέχετο ἐκ τῶν ... βιβλίων PGiss.48.5 (III d.C.), cf. BGU 1871.8 (I a.C.), PTeb.302.21 (I d.C.), ἔσχον τούτου τὸ ἴσον εἰς διάκρισιν conservé un duplicado de este documento para su comprobación, PGot.4.30 (III d.C.), ἐν δὲ τῇ διακρίσει τασσόμενος, οὐ δεδύνημαι τὰς τοῦ γένους μου ἀποδείξεις παρασχέσθαι POxy.2898.12 (III d.C.).
V juicios y concursos
1 decisión, resolución τοῖς ἁμιλλωμένοις τὴν διάκρισιν ἱκανῶς ἀποδιδούς Pl.Lg.765a, παρέχειν εἰς τὴν τῶν ψευδομαρτυριῶν διάκρισιν Pl.Lg.937b, δικαστὰς ἐπὶ τὴν διάκρισιν τῶν δικῶν IIasos 80.5 (heleníst.), cf. PTor.Choachiti 12.4.11 (II a.C.), BGU 1757.6 (I a.C.), δ. Ἀλκινόοιο A.R.4.1169
de donde juicio τοὺς δεομένους διακρίσεως συντρέχειν τοῖς κριταῖς X.Cyr.8.2.27.
2 resolución final de batallas τῶν τάξεων καὶ τῶν ἀνδρῶν πρὸς ἀλλήλους δ. Plb.18.28.3, παρηγορία ... τὸ τάχος τῆς διακρίσεως D.Chr.38.21
de donde batalla, lucha τὴν συνέχειαν τῶν ἐκ παρατάξεως διακρίσεων Plb.35.1.5.
VI 1turbación interior, duda τῶν διάκρισιν ὑποβαλλόντων ἢ τάραχον μηθέν Epicur.Ep.[2] 78, λύσαντας πᾶσαν τῶν καρδιῶν τὴν διάκρισιν Basil.Ep.51.2, unido a γογγυσμός Clem.Al.QDS 31, Chrys.M.62.241.
2 riña, disputa διακρίσεις διαλογισμῶν Ep.Rom.14.1.

English (Strong)

from διακρίνω; judicial estimation: discern(-ing), disputation.

English (Thayer)

διακρισεως, ἡ (διακρίνω), a distinguishing, discerning, judging: πνευμάτων, καλοῦ τέ καί κακοῦ, μή εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν, not for the purpose of passing judgment on opinions, as to which one is to be preferred as the more correct, διαλοσμος, 1). (Xenophon, Plato, others.)

Greek Monotonic

διάκρῐσις: -εως, ἡ (διακρίνω),·
I. χωρισμός, διάλυση, σε Εμπεδ.
II. απόφαση, κρίση, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

διάκρῐσις: εως ἡ
1) разделение, разложение (σύγκρισις καὶ δ. Plat., Arst.);
2) лощина, ущелье (διακρίσεις βαθεῖαι Xen.);
3) разбор, решение (τὴν διάκρισιν ἀποδοῦναί τινι Plat.): οἱ δεόμενοι διακρίσεως Xen. тяжущиеся стороны;
4) спор, разногласие (τῶν ἀνδρῶν πρὸς ἀλλήλοις Polyb.);
5) различение (διακρίσεως ἄξια γένη Plat.);
6) (ис)толкование (σημείων Diod.);
7) выделение, испарение (καπνώδης Arst.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διάκρισις -εως, ἡ [διακρίνω] scheiding:. διάκρισιν δὲ εἰσῆγεν ἀντὶ γενέσεως hij voerde in plaats van ontstaan scheiding (van elementen) in Anaxag. B 10; διακρίσεις καὶ συγκρίσεις scheidingen en verbindingen Plat. Sph. 243b; κόμης διακρίσει door een scheiding in het haar Plut. Crass. 24.1; αἱροῦνται δὲ τρεῖς ἄνδρες ἐπὶ τὴν διάκρισιν καὶ διανομήν drie mannen worden gekozen voor selectie en verdeling (van het land) Plut. TG 13.1. onderscheid:. διακρίσεως ἄξια γένη soorten die men dient te onderscheiden Plat. Lg. 908b; δ. καλοῦ τε καὶ κακοῦ onderscheid tussen goed en kwaad NT Hebr. 5.14. beslissing:. τοῖς ἁμιλλωμένοις τὴν διάκρισιν ἱκανῶς ἀποδιδόναι op bevredigende wijze jureren tussen de deelnemers Plat. Lg. 765a.

Middle Liddell

διάκρῐσις, εως διακρίνω
I. separation, dissolution, Emped.
II. a decision, judgment, Xen.

Chinese

原文音譯:di£krisij 笛阿-克里西士
詞類次數:名詞(3)
原文字根:經過-審判(著)
字義溯源:判斷,辨別,差異,辯論,分別,分辨;源自(διακρίνω)=徹底分開,辨明);由(διά)*=通過)與(κρίνω)*=辨別)組成。參讀 (γνώμη)同義字
出現次數:總共(3);羅(1);林前(1);來(1)
譯字彙編
1) 分辨(1) 來5:14;
2) 辨別(1) 林前12:10;
3) 辯論(1) 羅14:1

English (Woodhouse)

διάκρισις = decision, judgment, judgmenl, legal decision

⇢ Look up "διάκρισις" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)