Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀμφιβολία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ἀμφιβολία Medium diacritics: ἀμφιβολία Low diacritics: αμφιβολία Capitals: ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ
Transliteration A: amphibolía Transliteration B: amphibolia Transliteration C: amfivolia Beta Code: a)mfiboli/a

English (LSJ)

Ion. -ιη, ἡ,

   A state of being attacked on both sides, ἀμφιβολίῃ ἔχεσθαι Hdt.5.74.    II ambiguity, Arist.Po.1461a25, SE165b26, cf. Epicur.Nat.28.5, D.H. Rh.8.16, Ael.Tact.40(51).1, A.D.Synt.311.10, etc.; double entente, Cic.Fam.7.32.2, cf. Philostr.VS2.25.1; ἀ. ἀναιρεῖν remove doubt, Plu.2.1050a; uncertainty of mind, App.Pun.42.

German (Pape)

[Seite 137] ἡ, 1) Zweideutigkeit, Doppelsinn, Cic. Fam. 7, 32; Plut. adv. St. 24; εἰς ἀμφιβολίαν θέσθαι, in Zweifel ziehen, amat. 13. – 2) zweifelhafte Lage, Verlegenheit, ἀμφιβολίῃ ἔχεσθαι Her. 5, 74; Plut.; Luc. Necyom. 3.

Greek (Liddell-Scott)

ἀμφιβολία: Ἰων. -ίη, ἡ, τὸ ἑκατέρωθεν προσβάλλεσθαι, ἀμφιβολίῃ ἔχεσθαι, εὑρίσκεσθαι ἐν τῇ καταστάσει τοῦ ἑκατέρωθεν προσβαλλομένου, Ἡρόδ. 5. 74· πρβλ. ἀμφίβολος ΙΙ. ΙΙ. δισταγμός, ἀδηλότης, ἀβεβαιότης, Ἀριστ. Ποιητ. 25. 11, Σοφ. Ἔλεγχ. 4, 4, καὶ ἀλλ.· εἰς ἀμφ. θέσθαι, καθιστᾶν τι ἀμφίβολον, Πλούτ. 2. 756C· ἀμφ. ἀναιρεῖν, ἀφαιρῶ τὴν ἀμφιβολίαν, ὁ αὐτ. 2. 1050Α.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
I. attaque de deux côtés à la fois;
II. double sens, d’où
1 équivoque;
2 incertitude.
Étymologie: ἀμφίβολος.

Spanish (DGE)

-ας, ἡ

• Alolema(s): jón. ἀμφιβολίη
I ataque por ambos lados ἀμφιβολίῃ ἐχόμενοι hostilizados por ambos flancos Hdt.5.74.
II 1ambigüedad del lenguaje, Arist.Po.1461a25, tít. de obras de Crisipo, Chrysipp.Stoic.2.6.24, de Epicuro, Epicur.Fr.[31.14] 26
palabra o frase de doble sentido Cic.Fam.7.32.2, Plu.2.407b, Philostr.VS 609.
2 duda, incertidumbre ἀναιρῶν ἀμφιβολίαν Plu.2.1050a, φόβος ἢ δέος ἢ ἀ. App.Pun.42, cf. I.BI 3.434, Luc.Nec.3
en gener. ambigüedad περί τινων μερῶν FD 4.295.6 (II a.C.)
gram. ambigüedad por la existencia de una desinencia para varios géneros, A.D.Synt.24.10, amphibolia est ambiguitas dictionis Donat.395, cf. Sch.D.T.462.11.
3 disputa, querella, PLond.1716.8 (VI a.C.), PMasp.305.21 (VI a.C.).

Greek Monolingual

η (Α ἀμφιβολία) ἀμφίβολος
το να αμφιβάλλει κανείς για κάτι, ο δισταγμός, η αμφιταλάντευση της συνείδησης να δεχθεί τη βεβαιότητα ή την αλήθεια ενός πράγματος, μιας κατάστασης, ο ενδοιασμός, η αβεβαιότητα
αρχ.
το να βάλλεται κανείς και από τις δύο πλευρές.

Greek Monotonic

ἀμφιβολία: Ιων. -ίη, , η κατάσταση της ταυτόχρονης και αμφίπλευρης επίθεσης, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀμφιβολία: ион. ἀμφιβολίη ἡ
1) затруднительное положение, замешательство Plut., Luc.: ἀμφιβολίῃ ἔχεσθαι Her. оказаться между двух огней;
2) двусмысленность Arst., Plut.;
3) сомнительность, неясность Sext.: εἰς ἀμφιβολίαν τίθεσθαί τι Plut. подвергать что-л. сомнению.

Middle Liddell

[from ἀμφίβολος
the state of being attacked on both sides, Hdt.