Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανάλογος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἀνάλογος, -ον)
1. ο σύμφωνος με τον προσήκοντα λόγο, αυτός που έχει ομοιότητα, αντιστοιχία, συμμετρία με κάποιον, αντίστοιχος, σύμμετρος
2. σχεδόν όμοιος, ισοδύναμος, αντάξιος
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. το ανάλογο
το μερίδιο (λογαριασμού, κληρονομιάς κ.λπ.) που αναλογεί στον καθένα, μερτικό
(το ουδ. ως επίρρ.) ανάλογον
αναλογικά, κατ' αναλογία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα- + λόγος.
ΠΑΡ. αναλογία, αναλογιστικός, αναλογώ
νεοελλ.
αναλογίζω].