Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ισοδύναμος

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ἰσοδύναμος, -ον)
1. ο ίσος με άλλον κατά τη δύναμη, την ισχύ ή την ενέργεια άσχετα με τις μεταξύ τους διαφορές (α. «τα δύο κόμματα υπολογίζονται ισοδύναμα» β. «ισοδύναμες τροφές» — λέγεται για θρεπτικές ουσίες που, σε διαφορετικό βάρος, έχουν την ίδια ενεργειακή αξία)
2. αυτός που είναι ίσος ή θεωρείται ίσος με άλλον ως προς την αξία, τη σημασία ή τη σπουδαιότητα (α. «ἱσοδύναμες προτάσεις» — προτάσεις που εκφράζουν την ίδια κρίση με διαφορετική διατύπωση
β. «λογισθὲν ἰσοδύναμον τὸ ποτὸν αἵματι», ΠΔ)
3. το ουδ. ως ουσ. το ισοδύναμο(ν)
η ισοδυναμία.
επίρρ...
ισοδυνάμως και ισοδύναμα (ΑΜ ἰσοδυνάμως)
με ισοδύναμο τρόπο, με ισοδυναμία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο)- + -δύναμος (< δύναμις), πρβλ. αρτιο-δύναμος, μεγαλο-δύναμος].