Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αξιωματικός

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM ἀξιωματικός, -ή, -όν)
1. αυτός που έχει σχέση με ανώτερα αξιώματα ή αναφέρεται σ' αυτά
2. ο σχετικός με αξιώματα της Λογικής ή των Μαθηματικών
νεοελλ.
Ι. 1. βαθμοφόρος των ενόπλων δυνάμεων από τον βαθμό του ανθυπολοχαγού (και των αντίστοιχών του) και άνω
2. βαθμοφόρος οποιουδήποτε σώματος με στρατιωτική οργάνωση
3. όποιος ανήκει στο Τάγμα κάποιου παρασήμου
II. φρ. «αξιωματική αντιπολίτευση» — το πρώτο κόμμα (με τους περισσότερους βουλευτές) της Αντιπολίτευσης μέσα στη Βουλή
αρχ.
(για λόγο ή αίτηση) ικετευτικός, παρακλητικός
το αρσ. ως ουσ. αξιωματικός
ο αξιωματούχος, αυτός που κατέχει κάποιο αξίωμα.