Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απογραφή

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM ἀπογραφή) απογράφω
νεοελλ.
1. καταγραφή του πληθυσμού μιας χώρας στα μητρώα
2. καταγραφή κάθε είδους έμψυχου ή άψυχου υλικού σε ειδικούς καταλόγους
μσν.- νεοελλ.
κατάλογος για τη συγκέντρωση στρατού, στρατολόγηση
αρχ.
1. κατάλογος των κτημάτων, κτηματολόγιο
2. κατάλογος χρημάτων τα οποία ανήκουν στην πολιτεία, αλλά κατακρατούνται από ορισμένους πολίτες
3. κατάλογος αυτών που υπόκεινται σε φορολογία, φορολογικός πίνακας
4. αντίγραφο διακήρυξης που γίνεται ενώπιον άρχοντα, κατάθεση, μαρτυρία.