Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αποδεικνύω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

κ. αποδείχνω (AM ἀποδεικνύω κ. -δείκνυμι)
1. παρέχω στοιχεία για να επιβεβαιώσω ή να τεκμηριώσω ισχυρισμό, υπόθεση, γνώμη
2. κάνω κάτι φανερό, αποκαλύπτω
αρχ.
Ι. 1. παρουσιάζω
2. υπολογίζω
3. δημοσιεύω νόμο
4. ορίζω, καθορίζω
5. προσφέρω, παρέχω
6. αφιερώνω
7. διορίζω
8. παριστάνω, κάνω κάποιον να φανεί ότι είναι ή κάνει κάτι
9. (με επίθ.) καθιστώ, κάνω κάποιον κάτι
10. διατάζω
II. (μέσ., -ομαι κ. -υμαι)
1. επιδεικνύω, εμφανίζω
2. εκφράζω, διακηρύσσω
III. (μτχ. παθ. πρκμ.), αποδεδειγμένος, -η, -ο
αυτός που έχει αποδειχθεί, εξακριβωθεί, φανερωθεί.