Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπολογίζω

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

ὑπολογίζομαι, ΝΑ λογίζομαι
1. κάνω υπολογισμό, λογαριάζω (α. «υπολόγισα τη βενζίνη που καίει το αυτοκίνητο κάθε εβδομάδα» β. «ὑπολογίζομαι εἰς τήν μίσθωσιν», επιγρ.)
2. λαμβάνω υπ' όψιν, αποδίδω σημασία (α. «πρέπει να υπολογιστούν και οι επιδράσεις του ψυχολογικού παράγοντα» β. «οὐδένα κίνδυνον ὀκνήσας ἴδιον ούδ' ὑπολογισάμενος», Δημοσθ.)
νεοελλ.
1. περιλαμβάνω σε λογαριασμό, συγκαταριθμώ («το ποσό φαίνεται μειωμένο, γιατί δεν υπολόγισαν τα έξοδα μεταφοράς»)
2. (αμτβ.) α) έχω στον νου να κάνω κάτι, σκοπεύω να αναλάβω μια ενέργεια, προτίθεμαιυπολογίζω να πάω εκδρομή»)
β) στηρίζω τις ελπίδες μου, ελπίζω («μην υπολογίζεις στη βοήθειά του»)
αρχ.
1. υποβιβάζω («ὑπολογίζεσθαι τὴν τιμὴν ἐκ τῶν ὀψωνίων», Πολ.)
2. εξετάζω («μὴ οὐ δέῃ ὑπολογίζεσθαι οὔτ' εἰ ἀποθνῄσκειν δεῑ», Πλάτ.).