Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διατάζω

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

(AM διατάσσω και διατάττω)
1. τακτοποιώ, διευθετώ
2. δίνω εντολή, προστάζω («καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῡς διατάσσων τοῑς δώδεκα μαθηταῑς αὐτοῦ», ΚΔ)
νεοελλ.
1. διατάξτε
απάντηση που δείχνει προθυμία για υπακοή
2. νουθετώ, συμβουλεύω («γιατ' ήξερ' όλα τα πρεπά, πριχ' άλλος τον διατάξη», Ερωτόκριτος)
μσν.-αρχ.
(-ομαι) κάνω διαθήκη
αρχ.
1. κάνω κατανομή εργασιών
2. τοποθετώ για μάχη
3. παραχωρώ αγρό για καλλιέργεια με τη συμφωνία να καταβάλλεται το μίσθωμα από το εισόδημα ή με ποσοστά από το εισόδημα.
[ΕΤΥΜΟΛ. διατάσσω < διά + τάσσω. Το νεοελλ. διατάζω μεταπλασμένος ενεστωτικός τύπος του διατάσσω από τον αόριστο διέταξα].