Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰγίπους

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek (Liddell-Scott)

αἰγίπους: ποδος, ὁ, ἡ, -πουν, τό, = τῷ προηγ., Ἡρόδ. 4. 25.

French (Bailly abrégé)

ους, ουν ; gén. ίποδος
aux pieds de chèvre.
Étymologie: αἴξ, πούς.

Spanish (DGE)

-ουν

• Morfología: [gen. -ποδος]
de pies de cabra οἰκέειν τὰ ὄρεα αἰγίποδας ἄνδρας Hdt.4.25, neutr. Sch.Theoc.1.3/4d.

Greek Monotonic

αἰγίπους: -ποδος, ὁ, ἡ, τὸ αἰγίπουν = το προηγ., σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

αἰγίπους: 2, gen. ποδος козлоногий (ἄνδρες Her.).

Middle Liddell

= αἰγιπόδης, Hdt.]

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

αἰγίπους -ουν αἴξ, πούς acc. plur. -ποδας, met geitenpoten.