Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αἰγιπόδης

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek (Liddell-Scott)

αἰγῐπόδης: -ου, ὁ, ὁ ἔχων πόδας αἰγείους, Ὕμ. Ὁμ. 18. 2, 37.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
c. αἰγίπους.
Étymologie: αἴξ, πούς.

Spanish (DGE)

(αἰγῐπόδης) -ου

• Morfología: [voc. αἰγιπόδη AP 6.57 (Paul.Sil.)]
de pies de cabrade Pan h.Pan.2, 37, AP l.c.

Greek Monotonic

αἰγῐπόδης: -ου, ὁ (αἴξ, πούς), αυτός που έχει πόδια κατσίκας, σε Ομηρ. Ύμν.

Russian (Dvoretsky)

αἰγῐπόδης: HH = αἰγίπους.

Middle Liddell

[αἴξ, πούς
goat-footed, Hhymn.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

αἰγιπόδης -ου αἴξ, πούς als adj. met geitenpoten.