Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτάρεσκος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: αὐτᾰρεσκος Medium diacritics: αὐτάρεσκος Low diacritics: αυτάρεσκος Capitals: ΑΥΤΑΡΕΣΚΟΣ
Transliteration A: autáreskos Transliteration B: autareskos Transliteration C: aftareskos Beta Code: au)ta/reskos

English (LSJ)

ον,

   A self-satisfied, self-willed, Hsch. s.v. αὐθέκαστος:—also αὐτάρεστος, Id.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτάρεσκος: -ον, ἑαυτῷ ἀρέσκων, αὐθαίρετος, αὐθάδης, Ἰγνάτ. πρὸς Ἐφεσ. 47, 19 ἔκδ. Cotel., Θεόδ. Στουδ. σ. 28, κλ., ἴδε Λοβ. Φρύν. 621. Τὸ ῥῆμα αὐταρεσκέω, εἶμαι αὐτάρεσκος, Γεωρ. Παχυμ. Μιχ. Παρακλ. 5. 263D.

Spanish (DGE)

-ον
satisfecho de sí mismo, pagado de sí mismo ὁ τοιοῦτος καὶ αὐθάδης καὶ αὐτάρεσκός ἐστι καὶ ἄπιστος Basil.M.31.1161B, φίλαυτοι καὶ αὐτάρεσκοι Ast.Am.Hom.13.1.3, cf. Hsch.s.u. αὐθέκαστος
subst. τὸ αὐ. autocomplacencia ἐπιτήρει δὲ καὶ τὸ αὐ. μάλιστα καθ' ἡσυχίαν Nil.M.79.1100B.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM αὐτάρεσκος, -ον) αρέσκω
ο ικανοποιημένος με τον εαυτό του, αυτός που αυτοθαυμάζεται
μσν.
εγωιστικός.