Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτάρεσκος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτᾰρεσκος Medium diacritics: αὐτάρεσκος Low diacritics: αυτάρεσκος Capitals: ΑΥΤΑΡΕΣΚΟΣ
Transliteration A: autáreskos Transliteration B: autareskos Transliteration C: aftareskos Beta Code: au)ta/reskos

English (LSJ)

ον, A self-satisfied, self-willed, Hsch. s.v. αὐθέκαστος:—also αὐτάρεστος, Id.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

αὐτάρεσκος: -ον, ἑαυτῷ ἀρέσκων, αὐθαίρετος, αὐθάδης, Ἰγνάτ. πρὸς Ἐφεσ. 47, 19 ἔκδ. Cotel., Θεόδ. Στουδ. σ. 28, κλ., ἴδε Λοβ. Φρύν. 621. Τὸ ῥῆμα αὐταρεσκέω, εἶμαι αὐτάρεσκος, Γεωρ. Παχυμ. Μιχ. Παρακλ. 5. 263D.

Spanish (DGE)

-ον
satisfecho de sí mismo, pagado de sí mismo ὁ τοιοῦτος καὶ αὐθάδης καὶ αὐτάρεσκός ἐστι καὶ ἄπιστος Basil.M.31.1161B, φίλαυτοι καὶ αὐτάρεσκοι Ast.Am.Hom.13.1.3, cf. Hsch.s.u. αὐθέκαστος
subst. τὸ αὐ. autocomplacencia ἐπιτήρει δὲ καὶ τὸ αὐ. μάλιστα καθ' ἡσυχίαν Nil.M.79.1100B.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM αὐτάρεσκος, -ον) αρέσκω
ο ικανοποιημένος με τον εαυτό του, αυτός που αυτοθαυμάζεται
μσν.
εγωιστικός.