Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αὐτοδέσποτος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: αὐτοδέσποτος Medium diacritics: αὐτοδέσποτος Low diacritics: αυτοδέσποτος Capitals: ΑΥΤΟΔΕΣΠΟΤΟΣ
Transliteration A: autodéspotos Transliteration B: autodespotos Transliteration C: aftodespotos Beta Code: au)tode/spotos

English (LSJ)

ον, A at one's own will, free, Hierocl.Prov.ap.Phot. Bibl.p.172 B.; absolute master, παθῶν LXX4 Ma.1.1.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 397] ὁ, Selbstherrscher, Ios.

Greek (Liddell-Scott)

αὐτοδέσποτος: -ον, κύριος ἑαυτοῦ, ἐλεύθερος, Ἱεροκλ. 242· ἀπόλυτος κύριος, παθῶν Ἰωσήπ. Μακκ. 2. 13. ― Ἐπίρρ. αὐτοδεσπότως, μεταγεν.

Spanish (DGE)

-ον
1 que tiene voluntad libre e independiente, βούλησις Meth.Res.1.38
subst. τὸ αὐ. libre albedrío τὸ ἐφ' ἡμῖν καὶ αὐτοδέσποτον Hierocl.Prou. en Phot.Bibl.172b28.
2 dueño absoluto αὐ. ἐστιν τῶν παθῶν ὁ λογισμός LXX 4Ma.1.30, cf. 1.1, 13.1
subst. τὸ αὐ. poder absoluto τὸ αὐτοδέσποτον καὶ βασιλικόν Ammon.Io.11.
3 adv. libremente αὐ. αἱρεῖσθαι τὰ ἀρέσκοντα Meth.Symp.8.13.

Greek Monolingual

-η, -ο (AM αὐτοδέσποτος, -ον)
νεοελλ.
αυτοδιοικούμενος, αυτεξούσιος
μσν.
«αυτοδέσποτοι μοναί» — μοναστήρια με δική τους διοίκηση, που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία του επισκόπου της περιοχής
αρχ.
κύριος του εαυτού του.