βιβλιοτάφος

From LSJ

αὐτόχειρες οὔτε τῶν ἀγαθῶν οὔτε τῶν κακῶν γίγνονται τῶν συμβαινόντων αὐτοῖς → for not with their own hands do they deal out the blessings and curses that befall us

Source

Greek Monolingual

ο
1. ερμάρι όπου φυλάσσονται βιβλία ή χειρόγραφα
2. κληρικός ή μοναχός υπεύθυνος για τη φύλαξη βιβλίων.