Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γήλοφος

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: γήλοφος Medium diacritics: γήλοφος Low diacritics: γήλοφος Capitals: ΓΗΛΟΦΟΣ
Transliteration A: gḗlophos Transliteration B: gēlophos Transliteration C: gilofos Beta Code: gh/lofos

English (LSJ)

ὁ,

   A = γεώλοφος, hill, X.An.1.5.8, Pl.Criti.113d; γ. χειροποίητος artificial mound, Jul.Or.2.63b; γήλοφον, τό, J.BJ1.21.10: as Adj., Gp.3.1.9; (in Dor. form) γαλόφῳ πρῶνι Limen.12.

German (Pape)

[Seite 489] ὁ, = γεώλοφος, Xen. An. 1, 5, 8; Plat. Critia 113 b; adj. hügelig, Geop.

Greek (Liddell-Scott)

γήλοφος: ὁ, = γεώλοφος, λόφος, Ξεν. Ἀν. 1. 5, 8, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui s’élève en colline ; ὁ γήλοφος colline.
Étymologie: γῆ, λόφος.

Spanish (DGE)

v. γεώλοφος.

Greek Monolingual

ο (AM γήλοφος, Α και γάλοφος)
βλ. γεώλοφος.

Greek Monotonic

γήλοφος: ὁ = γεώλοφος, λόφος, ύψωμα, ανάχωμα, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

γήλοφος: ὁ Xen., Plat. = γεώλοφος.

Middle Liddell

= γεώλοφος
a hill, Xen.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γήλοφος -ου, ὁ [γῆ, λόφος heuvel.