Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλύκα

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η
1. η ιδιότητα του γλυκού, η γλυκιά γεύση
2. απόλαυση, ευχαρίστηση, ηδονή
3. η απαλότητα, η ηπιότητα («η γλύκα του καιρού, της φωνής, του καντηλιού»)
4. η ανακούφιση («...τ' αγέρι του Μαγιού τόση δροσιά και γλύκα χύνει... στα σωθικά», Βαλαωρ.)
5. η χαρά (παροιμ., «κάλλιο λάχανα με γλύκα παρά ζάχαρη με πίκρα»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < γλυκαίνω, ως υποχωρητικός σχηματισμός, ή < γλυκός].