Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απόλαυση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (AM ἀπόλαυσις) απολαύω
1. ευχαρίστηση, τέρψη
2. ωφέλεια, κέρδος
3. φρ. «είναι απόλαυση αυτός» — είναι διασκεδαστικό να τον βλέπεις ή να τον ακούς
μσν.
1. αγαλλίαση
2. υποδοχή
αρχ.
ανταπόδοση, ανταμοιβή.